Τρίτη, 9 Αυγούστου 2005

Καρράε, 53 π.Χ.

Ο Ήλιος ξεπρόβαλε στα όρια του ορίζοντα, μία γιγάντια σφαίρα από φως, που έβαψε τον νυχτερινό ουρανό με το γαλάζιο των ονείρων. Τα άστρα χάθηκαν σαν δαιμόνια που υποχωρούσαν στην αγκαλιά της Νύχτας, μακριά από την πύρινη σφαίρα που εισέβαλε, αποκαλύπτοντας τα μυστήρια που το σκοτάδι κρατούσε καλά κρυμμένα.

Εραστές έφυγαν από τα καταφύγιά τους και λεπίδες ξεκουράστηκαν στα θηκάρια τους. Κάρα άρχισαν την πορεία τους με βόγκους και αντίδραση, τρίζοντας σε κάθε μέτρο του δρόμου, πλαισιωμένα από τη συμφωνία των πρωινών καλεσμάτων εμπόρων και χωρικών. Η πόλη ξυπνούσε, ένας κοινός οργανισμός που κουβαλούσε μέσα του τα πλούτη και τις ζωές χιλίων κατοίκων, τριγυρισμένη από κοντά τείχη, μία πρόσφατη προσθήκη εξαιτίας του πολέμου.

Το θέαμα ήταν θησαυρός στα μάτια του Κάσιου, που κοιτούσε την πόλη μέσα από το άνοιγμα της πανοπλίας του, σκαλισμένη στο σχήμα ενός κτήνους της θάλασσας. Έσφιξε την λόγχη του στα χέρια του και κοίταξε πίσω του, τον τρομερό στρατό του με τον οποίο είχε σαρώσει τις δυτικές ακτές. Με ένα του νεύμα, οι τεράστιοι ελέφαντες ξεκίνησαν, κουβαλώντας στις πλάτες τους δώδεκα άντρες, και το πεζικό του ξεχύθηκε, μία θάλασσα από μετάξι και ατσάλι στη μικρή πόλη. Μικρή θάλασσα αν αναλογιστεί κανείς πως αποτελούσε μόλις το ένα τέταρτο του στρατού με τον οποίο ο Κράσος είχε κατακτήσει τη Συρία και συνέχιζε προς τους Πάρθους, κλείνοντας προσωρινά τα στόματα των πολιτικών του αντιπάλων στην αυτοκρατορική Ρώμη, μια Ρώμη πολλά - πολλά χιλιόμετρα μακριά από την άνυδρη κοιλάδα της Καρράε.

Η πόλη ήταν στρατιωτικά απροστάτευτη, τα ξύλινα τείχη φάνταζαν τραπουλόχαρτα στη θέα της στρατιάς των γιγάντων του Κάσιου: έξι ορδές από ελέφαντες, που κόστισαν τρεις χιλιάδες δηνάρια η κάθε μία, μετέφεραν στις πλάτες τους δώδεκα βαριά οπλισμένους Σύριους μισθοφόρους, σε μια διαδρομή από τη Συρία προς την Καρράε με τελικό προορισμό την αιωνιότητα...

Η κεντρική πύλη και η ανατολική μεριά του τοίχους υποχώρησαν εύκολα στην πίεση των ακριβοπληρωμένων παχύδερμων και τα ογκώδη ζώα εισέβαλλαν στην πόλη καταπατώντας στο διάβα τους κάθε ανθρώπινη κατασκευή. Την ίδια στιγμή, το ελαφρύ πεζικό εκμεταλλευόταν τα περάσματα και εισχωρούσε στα ενδότερα κατακρεουργώντας οποιαδήποτε μορφή ζωής, ανεξαρτήτως ηλικίας: η πορεία για την κατάκτηση του «Δρόμου» ήταν στρωμένη με διαμελισμένα πτώματα κι ο αρχιστράτηγος Κράσος ήταν ο μόνος που μπέρδευε το χρώμα τους με εκείνο που έχουν τα ροδοπέταλα.

Η αντίσταση ήταν μικρή αλλά σθεναρή: η πόλη των χιλίων κατοίκων είχε τετρακόσιους αποφασισμένους οπλίτες. Όσοι πολίτες συνειδητοποίησαν έγκαιρα στο ξαφνικό Ρωμαϊκό χτύπημα οχυρώθηκαν στο ναό του Σιν αποθέτοντας τις ελπίδες τους για σωτηρία στη θεϊκή παρέμβαση του φεγγαριού. Παντού επικρατούσε αναρχία. Γυναίκες έψαχναν τα παιδιά τους μέσα στον πανικό της σφαγής, σαστισμένα αγγελούδια αποζητούσαν μητρικές αγκαλιές λίγο πριν παραδώσουν το πνεύμα τους πάνω στις Ρωμαϊκές λόγχες, άνδρες σέρνονταν ως δούλοι, μανιασμένοι ελέφαντες ούρλιαζαν στη δίνη της μάχης, καπνός και σκόνη κάτω από έναν καυτό ήλιο, φωνές που αντηχούσαν στα πέτρινα σπίτια, κραυγές απελπισίας αναμεμειγμένες με ήχους σπαθιών και στο βάθος αλλεπάλληλες βοές από κέρας...Κέρας;

Ο στρατηγός Κάσιος έμπηξε το ξίφος του βίαια στο θώρακα του αντιπάλου του κι ενστικτωδώς έστρεψε ανήσυχα το κεφάλι του προς την κοιλάδα της Καρράε απ' όπου παρατεταγμένος ο στρατός του Κράσου παρακολουθούσε την έκβαση της μάχης. Άρχισε να τρέχει προς την είσοδο της πόλης εμψυχώνοντας τους στρατιώτες του. Χτυπούσε οτιδήποτε προκαλούσε την όρασή του. Δεν έβλεπε! Δεν έβλεπε τίποτα! Τα τείχη τον εμπόδιζαν κι αυτή η σκόνη και η ζέστη...ο ήλιος είχε ήδη ανέβει πια ψηλά, έκαιγε! Η πάλαι ποτέ αστραφτερή Συριακή πανοπλία του είχε γίνει πιο βαριά από πρώτα. Έφτασε στη γκρεμισμένη πύλη παραπατώντας ανάμεσα σε εχθρικά και φιλικά πτώματα, η μάχη δεν είχε τελειώσει, όμως ο αέρας γέμιζε με έναν ήχο που δε θα έπρεπε να υπάρχει! Η σκέψη που μέρες τώρα απευχόταν μόλις είχε αποκτήσει σάρκα, οστά και όνομα...Πάρθοι!

Στον ορίζοντα της Μεσοποτάμιας κοιλάδας είχε πια ξεκάθαρα αρχίσει να διαφαίνεται ένα νέο για τα δεδομένα της ημέρας στράτευμα. Ο Κράσος δεν ανησύχησε στιγμή: άλλωστε η Ρωμαϊκή φάλαγγα έχει αποδειχθεί ανίκητη ενάντια στους Ασιατικούς πληθυσμούς, ενώ το στράτευμά του ήταν ευέλικτο και ταχύτερο από κάθε άλλο. Διέταξε αμέσως τη μεταβολή των λεγεώνων και την παράταξή τους σε θέση μάχης. Επιθεώρησε γοργά την πρώτη γραμμή πάνω στο κάτασπρο Αραβικό του άλογο και μακάρισε την αριθμητική υπεροχή του στρατεύματός του έναντι του αντιπάλου του. Όταν σώθηκε ο θαυμασμός του, έστρεψε στιγμιαία το βλέμμα του στο εχθρικό ιππικό που τον πλησίαζε, ακούγοντας σχεδόν αδιάφορα το σύνθημα του εχθρικού κέρατος ολοένα και πιο δυνατά. Χαμένος στον ενθουσιασμό του γύρισε την πλάτη του στον εχθρό ατενίζοντας τη φλεγόμενη Καρράε: ο «Δρόμος»...η νίκη...η δόξα...ο θρόνος...τα ροδοπέταλα...

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, μέσα από τα τείχη, ο Κάσιος ακόμα χτυπούσε αδέξια τους επιτιθεμένους χωρικούς που τον εμπόδιζαν από το να δει καθαρά τι συνέβαινε στην κοιλάδα. Τι παράξενο στράτευμα! Ιππείς με ελαφριές πανοπλίες και τόξα! Χωρίς ξίφη ή δόρατα! Μόνο άλογα και τόξα! Εν τω μεταξύ η Καρράε δεν είχε κατακτηθεί ακόμα, οι οχυρωμένοι στο ναό προκαλούσαν δολιοφθορές και οπλίτες ξετρύπωναν από γήινα λαγούμια...Αυτή η πόλη είναι κούφια! Κατάρα!

Ο Σουρένα ο Πάρθος διέταξε το ιππικό του να παραταχθεί ακίνητο απέναντι από το Ρωμαϊκό στράτευμα. Δέκα χιλιάδες ελαφρά οπλισμένοι τοξότες ιππείς απέναντι σε πέντε Ρωμαϊκές λεγεώνες: η αριθμητική σύγκριση ήταν σχεδόν αστεία! Ο Κράσος ζήτησε αμέσως να σημάνει επίθεση και οι οπλίτες του κινήθηκαν γοργά προς τους Πάρθους ιππείς. Ο Σουρένα διέταξε το κεντρικό μέτωπο να ανοίξει και τους ιππείς του να κυκλώσουν τις λεγεώνες χτυπώντας ασταμάτητα με βέλη. Ο Κράσος χαμογέλασε ειρωνικά: Δεν έχεις δα τόσα βέλη! Ο ουρανός καλύφθηκε από ξύλινα ιπτάμενα συμβόλαια θανάτου, οι Ρωμαίοι καλύπτονταν περιστασιακά από τις αδιαπέραστες ασπίδες τους, ο ήλιος χαμήλωνε, το μεσημέρι βρισκόταν στο μέσο του, η Καρράε δεν ήταν ακόμα Ρωμαϊκή κι ο Σουρένα δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη: ένα καινούριο σύνθημα διαπέρασε τον αέρα της κοιλάδας κι ένα νέο στράτευμα χιλίων βαριά οπλισμένων Πάρθων ιππέων επιτέθηκε στο κέντρο της Ρωμαϊκής συστάδας.

Ο Κράσος καταβλήθηκε από ενθουσιασμό: Όσο περισσότεροι Πάρθοι, τόσο μεγαλύτερη νίκη! Μ' ένα νεύμα του χεριού του έξι χιλιάδες Ρωμαίοι αποσχίστηκαν από τον αμυντικό πυρήνα υπό τις διαταγές του γιου του, Πούβλιου, και ρίχτηκαν στη μάχη ενάντια στους βαριά οπλισμένους Πάρθους ιππείς. Ψύχραιμος ο Σουρένα διέταξε την υποχώρηση των τελευταίων, την ώρα που ο Ρωμαίος αρχιστράτηγος ονειρευόταν...Καίσαρ Κράσος! Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά για να τον προσγειώσει η πραγματικότητα...Παγίδα!

Ο Πούβλιος, όμως, δεν είχε την ίδια άποψη: ήταν άλλωστε η ιδανική ευκαιρία για ‘κείνον να αποδείξει σε όσους δυσπιστούσαν πως δεν ήταν απλά ο γιος του Κράσου, μα μια εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα που άξιζε την αρχιστρατηγία των Ρωμαϊκών λεγεώνων! Τυφλωμένος από τη δίνη του εγωισμού και της αλαζονείας του ούτε που γύρισε να κοιτάξει το σήμα κινδύνου που του έκαναν οι σημαιοφόροι του αρχιστράτηγου...Κόκκινες σημαίες...όπως τα ροδοπέταλα...

Το βαριά οπλισμένο ιππικό των Πάρθων μόλις είχε καταφέρει να απομακρύνει από κάθε μορφή στρατιωτικής υποστήριξης μια Ρωμαϊκή λεγεώνα, οδηγώντας την κατ' ευθείαν στις αδηφάγες λόγχες δέκα χιλιάδων βαρέων ιππέων, προσεκτικά κρυμμένων σε αναχώματα και λοφίσκους, την ώρα που το υπόλοιπο Ρωμαϊκό στράτευμα ήταν ήδη περικυκλωμένο και βαλλόταν διαρκώς από ακατάπαυστα θανατηφόρα Παρθικά πυρά. Σε λίγα λεπτά η κοιλάδα είχε καλυφθεί από Ρωμαϊκά πτώματα, ενώ βαριά οπλισμένοι Πάρθοι ιππείς εμφανίζονταν από διάφορες μεριές αιφνιδιάζοντας κάθε αμυντική προσπάθεια. Αυτό το μεσημέρι η κοιλάδα της Καρράε αντηχούσε δυνατότερα από την ίδια την πόλη...

Το απόγευμα βρήκε τον Κάσιο να έχει επιτύχει να πατάξει τους ταραξίες της Καρράε. Ο Ρωμαίος στρατηγός είχε δώσει τη δική του μάχη κι είχε νικήσει, όμως ένα βλέμμα προς τα έξω αρκούσε για να τον πείσει πως δεν είχε κερδίσει τον πόλεμο. Συγκέντρωσε τη φθαρμένη λεγεώνα και τους επιβλητικούς ελέφαντές του και τα οδήγησε με αργά βήματα έξω από την πόλη προς το μέσο της κοιλάδας, όχι όμως για μάχη. Υπό τους ήχους ενός υποτονικού τυμπανισμού, οδηγούμενος από μια λευκή μεταξωτή σημαία, προσπέρασε το παλουκωμένο κεφάλι του Πούβλιου και το κατακρεουργημένο ακέφαλο σώμα του Κράσου, παρέδωσε τους ελέφαντες στο Σουρένα, συγκέντρωσε τα απομεινάρια των Ρωμαίων αιχμαλώτων και αποχώρησε από την «καταραμένη» για την αυτοκρατορία κοιλάδα της Καρράε, με προορισμό τη Συρία: αυτή ανήκε ακόμα στον Καίσαρα!

Οι Ρωμαίοι είχαν για μια ακόμα φορά απωθηθεί, η Σελεύκεια ήταν ασφαλής, το ίδιο και ο εμπορικός δρόμος του μεταξιού της Καρράε. Ο Σουρένα επέστρεψε τροπαιούχος στη Σελεύκεια και ενθουσιωδώς ζήτησε να δει τον Πάρθο βασιλιά Ηρώδη το Β', στον οποίο και παρέδωσε το κεφάλι του Κράσου απολαμβάνοντας τιμές ήρωα για την τεράστια νίκη του και την απαράμιλλη στρατηγική του, σε μία ολονύχτια γιορτή όπου έκλεισε με τις Βάκχες του Ευριπίδη...

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * 

«...Ευριπίδη...»

Το όνομα αυτό αντηχούσε παράξενα στ' αυτιά του...

«...Ευριπίδη...»

Ξαπλωμένο σε μια Μακεδονική κλίνη ένα κοντόσωμο γεροντάκι στριφογυρνούσε ανήσυχα στον ύπνο του...

«...Ευριπίδη...»

Ποιος καλεί;

Άνοιξε απότομα τα μάτια του, άγγιξε το πρόσωπό του, το μέτωπό του έσταζε από τον ιδρώτα, το ταβάνι του φαινόταν υπερβολικά λευκό: ήταν απόγευμα στην κοιλάδα της Μεσοποταμίας μα τώρα είχε φως! Τι παράξενο! 

Με αργές κινήσεις, ανασηκώθηκε και κοίταξε τριγύρω. Το δωμάτιο καθόλου δε θύμιζε τα πέτρινα τετράγωνα σπίτια της Καρράε. Πλησίασε αργά στο παράθυρο, στηριζόμενος στα έπιπλα και τους τοίχους, κοίταξε τη θέα έξω...Μα φυσικά...η αυλή του Αρχέλαου! Ακόμα δεν είχε ξημερώσει πλήρως, η αυλή ήταν σχεδόν άδεια. Μόνη ζωντανή παρουσία η βασιλική φρουρά. Μα, ποια είναι αλήθεια αυτή η...Καρράε;

Αποκαμωμένος από την ένταση του εφιάλτη του, ο εβδομηνταπεντάχρονος Ευριπίδης επέστρεψε ξανά στην πολυτελή του κλίνη, ευγενική χορηγία του Μακεδόνα βασιλιά.

Κάποτε θα καταλάβουν την αξία μου! Κάποτε θα πάψουν να με κρίνουν κακόβουλα! Κάποτε θα συγγράψω μια τραγωδία τόσο σπουδαία, που ένας κραταιός βασιλιάς θα την παρουσιάσει σε μια γιορτή της αυλής του, μετά από μια μεγάλη νίκη...

Και στη σκέψη της προσωπικής του δικαίωσης, αποκοιμήθηκε... 

Εισαγωγή: Atrelegis (190 λέξεις)

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου