Τρίτη, 9 Αυγούστου 2005

Ημερολόγιο

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου, 3:00 π.μ.

Μ' έχουν προικίσει με το χάρισμα της ενόρασης και τα βράδια, που ο Μορφέας εργάζεται, ξετυλίγω στωικά το κουβάρι των ονείρων μου αναζητώντας εσένα.

Μου υποσχέθηκαν πως αυτή η κατάσταση θα κρατήσει λίγο και πως δε θ' αργήσω να γυρίσω στην παλιά ήσυχη ζωή μου: μια ζωή γαλήνια που δε θα χρειάζεται πια να τους εξιστορώ τι βλέπω.

Με έκλεισαν - για λίγο είπαν - σε ένα λευκό πέτρινο πύργο, όπου τα παράθυρα είναι τόσο ψηλά ώστε η σκέψη δεν τα φτάνει και η απόδραση φαντάζει ακατόρθωτα μακρινή.

Με ξυπνούν χαράματα, όμως δεν έχω παράπονο γιατί με βάζουν για ύπνο από νωρίς και δε νιώθω κούραση. Με επισκέπτονται καθημερινά και μου θέτουν χιλιάδες ερωτήσεις περιμένοντας να τους δώσω τις «σωστές» απαντήσεις. Λένε πως κάθε μέρα πάω καλύτερα από την προηγούμενη και πως πλησιάζουν οι μέρες ηρεμίας που τόσο λαχταρώ!

Τα μεσημέρια μου φέρνουν στερεά τροφή: μικρά πολύχρωμα κυβάκια που μασιόνται δύσκολα και μυρίζουν απαίσια, όμως κάνουν, λέει, καλό γιατί βοηθούν τη σκέψη. Το απόγευμα καλύπτουν το δέρμα μου με στρογγυλούς επιδέσμους, γεμίζουν τον οισοφάγο μου με υγρά και δένουν τους μύες μου με καλώδια προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν τις απόκρυφες σκέψεις μου και να μοντελοποιήσουν τη συμπεριφορά μου.

Τα βλέμματά τους κάθε φορά που συσκέπτονται πάνω από τα ακαταλαβίστικα αποτελέσματα των διαγραμμάτων τους με κάνουν να πιστεύω πως ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν τελικά πότε θα με αφήσουν να φύγω...

Παρασκευή, 1 Απριλίου, 2:45 π.μ.

Πιο παλιά, αργά το βράδυ, ερχόταν ο Μορφέας και μ' αγκάλιαζε. Τον κερνούσα τσιγάρο και πιάναμε κουβέντα λίγο πριν μου κάνει την ένεση που με οδηγούσε στα βαθύτερα στάδια του ονείρου. Τον ρωτούσα γιατί με οδηγούσε διαρκώς σε τόσο απόκρυφα μονοπάτια, γιατί μου αποκάλυπτε τέτοιες εξώκοσμες αλήθειες και γιατί δε με άφηνε να ονειρεύομαι απλά καθημερινά πράγματα. Συχνά χαμογελούσε, σπανίως μου απαντούσε: υποθέτω πως όλα τα πράγματα στη γη - υλικά ή μη - έχουν ένα λόγο ύπαρξης, μετά με κρατούσε σφιχτά κι εγώ χανόμουν στην ήρεμη αύρα της ζεστασιάς του.

Τώρα πια τους έχω εξοργίσει με το μόνο τρόπο που μπορούσα: έπαψα να κοιμάμαι. Έτσι, το χάρισμά μου έχασε τη διέξοδό του στη γη κι εκείνοι στερούνται των απαντήσεών τους. Δεν είμαι πια σε θέση να γνωρίζω τίποτε παραπάνω απ' ότι οι «κοινοί θνητοί», αυτοί που αποκαμωμένοι από το φόρτο της ημέρας αφήνουν το κορμί τους να αδειάσει πάνω στα σεντόνια, ονειρευόμενοι αιώνιες διακοπές και μια εξωφρενικά υψηλή αύξηση.

Ο Μορφέας πάντως δε με ξέχασε τελείως: έρχεται τα βράδια και τα λέμε. Έπαψε να με αγκαλιάζει κι έπαψα να τον κερνάω τσιγάρο - ίσως γι' αυτό να σταμάτησε και να μου χαμογελάει: μόνο στέκει αμίλητος και με κοιτάζει κατάματα, μ' ένα παράξενα λαμπερό βλέμμα.

Απόψε νύχτωσε νωρίτερα απ' ότι τις άλλες μέρες. Έβρεχε από το πρωί κι ο αέρας λυσσομανούσε στα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα του πύργου. Ξεγλιστρώντας, όπως κάθε βράδυ, από τα δερμάτινα δεσμά μου, γράφω περιμένοντας ξανά το Μορφέα, για να του εξιστορήσω περήφανα το παράξενο κατόρθωμά μου και να τον αποχαιρετήσω. Θα του τα πω όλα και θα χαμογελάσει παράξενα - όπως στις αρχές - γιατί κατάφερα επιτέλους να βρω την πολυπόθητη διέξοδο στη φυλακή μου. Σε λίγη ώρα θα είμαι ελεύθερη!

Παρασκευή, 22 Ιουλίου, 3:10 π.μ.

Εκείνη τη νύχτα ο Μορφέας δεν ήρθε. Άντ' αυτού εμφανίστηκε μετά από κάμποση ώρα ένας μαύρος άγγελος που μ' αγκάλιασε απρόθυμα. Το άγγιγμά του ήταν κρύο και το βλέμμα του άδειο: σα να μην είχε ψυχή!

Δεν πιάσαμε κουβέντα - είχαν τελειώσει και τα τσιγάρα. Άνοιξε, μόνο, τα φτερά του και πετάξαμε μακριά από τον πέτρινο πύργο. Με άφησε σε μια ξένη χώρα με γκρίζα τοπία, ήσυχη σαν τάφο και έρημη σαν την ψυχή σου κι εξαφανίστηκε το ίδιο απρόσμενα όπως είχε έρθει.

Εδώ είμαι ξεχασμένη χρόνια τώρα, χωρίς να έχω καταλήξει αν τελικά είναι καλύτερα ή χειρότερα από πριν. Δυο πράγματα, όμως, είναι σίγουρα: ο Μορφέας δε με επισκέπτεται πια κι εγώ έχασα για πάντα το παράξενο χάρισμα που με οδηγούσε σ' εσένα...

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου