Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Hearthstone

Εστία!
Η θεότητα της οικογενειακής ζωής. Η προστάτιδα των «μη εν δήμω». Η διαφυλάξασα του άρτου ημών του επιούσιου. Η ισοβίως παρθένα. Αυτή που δεν κατοίκησε τον Όλυμπο παρά για λίγο, προτού να τύχει βίαιου διωγμού από το Διόνυσο: πού μυαλό για ζεστές σούπες στο τσουκάλι όταν ρέει άφθονος ο -ευφραίνων καρδίαν- οίνος...

Ετυμολογικά, που λες, ο όρος «Εστία» περιλαμβάνει τόσο τον οίκο, όσο και τους κατοίκους του: ένα συνονθύλευμα από τούβλα και πνοές συνθέτουν στην ψυχή του ανθρώπου αυτό που ο καθείς αντιλαμβάνεται ως «το σπίτι του»...
  • Κάποιοι εστιάζουν στα τούβλα: σπίτι είναι τα ανάκλιντρα, το feng shui, οι μουσελίνες, η ζεστή μεριά του κρεβατιού, το τζάκι...
  • Άλλοι πάλι -πιο ρομαντικοί αυτοί- διαβλέπουν στιγμές διανθισμένες με χαμόγελα, αφουγκράζονται ήχων, μεθούν από μυρωδιές, συγχύζονται με ανθρώπους, διασκεδάζουν μαζί τους, διδάσκουν και παιδεύονται, εκνευρίζουν και ταράζονται, αγαπούν, ξεχνούν, απολαμβάνουν...
  • Κάποιοι «Τρίτοι», δεν έχουν να μνημονεύσουν τίποτε από τα παραπάνω: γι’ αυτούς σπίτι δεν είναι παρά μία στεγνή γωνία καλυμμένη από σακούλες, μια ζεστή μερίδα από τα χέρια ενός τυχαίου εθελοντή σ’ ένα Resto du Cœur, σαν ήρωες μιας σπάνιας σκοτεινής σκηνής σε φαρσοκωμωδία του Coluche.
Όλοι, πάντως, υποστηρίζουν τη σημαντικότητα της έννοιας αυτής, έκαστος με τον τρόπο του:
  • Κάποιες (λεύτερες;) ψυχές, προσμένουν διακαώς τη στιγμή οπότε και θα εγκολπωθούν (σωματικά και ψυχικά) στην «Εστίας τους» μετά την πίεση της ημέρας.
  • Κάποιες (σαράβαλες;) καρδιές, έφτασαν τη χάρη τους έως τις όχθες του ποταμού Ύφαση στην απέλπιδα προσπάθειά τους να πείσουν εαυτόν πως «όπου Γης και Πατρίς».
  • Όσο για εκείνες τις... «Τρίτες» ψυχές (αυτές οι οποίες καταλήγουν πάντα τελευταίες στο νου και τη συνείδηση του κόσμου – χωρίς κεφαλαίο Κ ο τελευταίος, μικρός σήμερα όσο ποτέ), δεν επιθυμούν παρά λίγη σταθερότητα: τη διατήρηση της ασφάλειας της γωνιάς τους (άντε κι ένα ζευγάρι ζεστές κάλτσες – τα παπούτσια θεωρούνται πολύτιμα στον κόσμο των Αστέγων).
Πρόσφατα, και καθώς με βασάνιζε η (υπό αίρεση) προσωπική μου διάσταση ως προς την έννοια της «Εστίας», βίωσα την απέραντη δυστυχία την οποία επιφέρει σε μία (πιθανότατα υπερευαίσθητη) ψυχοσύνθεση η διαπίστωση ότι υπολείπεται συνειδήσεως «Κλασικής Παιδείας».

Και δεν τοποθετώ το ζήτημα στο γνωστικό του επίπεδο: να είμαι, δηλαδή, σε θέση να εκφέρω μια ολοκληρωμένη άποψη στο πλαίσιο κάποιας υψηλού επιπέδου συζητήσεως περί των Αρχαίων (ή άλλων) Φιλοσόφων, ως μέλος μιας συνεστιάσεως αποτελούμενης από φαντασμένους («τύπου») διανοούμενους.
Πηγή της ψυχικής μου εντροπίας ήταν η συνειδητοποίηση ότι, κατά τα ευαίσθητα αναπτυξιακά μου χρόνια -στο πλαίσιο των οποίων επέλεξα να επενδύσω την ανερχόμενη «σοφία μου» (τρομάρα της!) στις Φυσικές Επιστήμες- αποστερήθηκα «κλασικών» πνευματικών και συναισθηματικών εμπνεύσεων, οι οποίες θα ενίσχυαν με μοναδικά αναντικατάστατο τρόπο την ενήλικη ψυχοσύνθεσή μου.

Ίσως, λέω ίσως…
εάν είχα εντρυφήσει περισσότερο στο «Περί Ψυχής» και λιγότερο στους «Μετασχηματισμούς Συχνότητας», να μου είχαν χρειαστεί λιγότερες από τρεις δεκαετίες ώστε να υποβαθμίσω την αιφνίδια έμπνευση της σάρκας, αφήνοντας χώρο στην ήρεμη δύναμη του πνεύματος.
εάν είχα απορροφήσει ψυχικά -έφηβη κι άμυαλα ρομαντική, ως ήμουν- το δίδαγμα του Γύγη, να είχα αφήσει νωρίτερα ανοιχτό το ενδεχόμενο ώστε ο άνθρωπος να είναι (και) φύσει κακός, άρα και ικανός για εξίσου ειδεχθείς πράξεις.
εάν είχα ακούσει για το Bowlby (και τη θεωρία του περί προσκολλήσεως και λοιπών αναπαραστάσεων), να είχα αναγνωρίσει εγκαίρως το γεγονός ότι εξελίχθηκα συναισθηματικά κάτω από το υπερπροστατευτικό φτερό της (αναμάρτητης) μητρός μου, και να μην αντιμετώπιζα δυσχέρειες ως προς την πραγμάτωση των βημάτων θέσπισης του προσωπικού μου προσανατολισμού.
είχα συνομιλήσει με δυο-τρεις Εργάτες από μια οικοδομή, να είχα διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν πως, δε μένει χώρος για τις πομπώδεις αράδες του Μαρξ καθώς προσπαθείς να στοκάρεις στο διάκενο μεταξύ της πέμπτης και της έκτης σκαλωσιάς, άρα και να μην επέλεγα να αποτελέσω ενσυνείδητο αγωγό του καπιταλιστικού σοκ. (ως άλλος ένας «ηλίθιος»!)

Από την άλλη, βέβαια, εάν όντως είχα αποκτήσει την πολυπόθητη «Κλασική Παιδεία» μεγαλώνοντας, αφήνω ανοιχτό το ενδεχόμενο ώστε πολλά από τα παραπάνω ζητήματα να είχαν πραγματωθεί λαμβάνοντας τελείως διαφορετική υπόσταση στο νου μου από την προαναφερθείσα, και να τα θεωρούσα σήμερα ήσσονος σημασίας (ή έστω «συνήθη»), εφόσον οι επιμέρους προβληματισμοί θα ανέκυπταν και θα απομυθοποιούνταν σταδιακά και στο χρόνο τους.

Πιθανότατα δε, η όλη ιδέα της «έλλειψης Κλασσικής Παιδείας» να αποκτά σήμερα στο μυαλό μου υπέρτατη σημαντικότητα διότι, στο πλαίσιο της (σκανδαλωδώς πρόσφατης) συνειδητοποίησής μου, διογκώνω εξαιρετικά το φαινόμενο, αυθυποβαλλόμενη συνειδητά (και ανελέητα) στο Σισύφειο Μαρτύριο της εκτυφλωτικής προβολής των νέων μου προσδοκιών προς τη γωνιά του παρελθόντος μου, σε μια ύστατη προσπάθεια να μεταθέσω «στα αζήτητα» τυχόν τωρινές (ή μελλοντικές) ευθύνες μου.
Όμως, μια και η εν λόγω ευθύνη, όπου κι αν τη μεταθέσω, δείχνει να επιμένει μέσα στο μυαλό μου (ζωντανή και επίκαιρη όσο ποτέ), θεωρώ πως δεν της αξίζει να σφραγιστεί στο χρονοντούλαπο, όπως δε μου αξίζει να υποφέρω, επιλέγοντας να μείνω αυτοβούλως άπραγη.

Τι κι αν...
...χρειάστηκε να αγγίξω εμπράκτως (και όχι με τη σκέψη) τη διαπίστωση πως «μάλλον μεγάλωσα» ώστε να αρχίσει να με προβληματίζει συνειδητά η έννοια της συντροφικότητας;
...κοιτώ ακόμη, βουβή ακροάτρια, με άκρατο θαυμασμό όσους μνημονεύουν λέξεις Σοφών, σπουδαία Κλασικά έργα και φιλοσοφικές ρήσεις;
...νιώθω αργοπορημένα φωτισμένη μπροστά στη φύση των ανθρώπων και την ισοπίθανη ικανότητά τους για το καλύτερο και το χειρότερο;
...εντρυφώ τώρα -με απόλυτη καθυστέρηση- σε κάθε έναν από τους τριάντα-επτά διαφορετικούς τρόπους να σε ξεγελάσει με τις λέξεις και τη συλλογιστική του ένας πεπειραμένος σοφιστής;

Τελικώς, κι επειδή η «Θετική μου Παιδεία» (την οποία κατάφωρα αδίκησα) μου έμαθε να συνάγω συντόμως και άμεσα (και όχι μακρηγορώντας και εμμέσως), προσδίδοντας στις έννοιες την πρακτική τους υπόσταση, καταλήγω στην εξής (εμπνευστική, θεωρώ) σκέψη:
Ποτέ δεν είναι (ούτε πρέπει να θεωρείται) αργά ώστε να εκκινήσει ο μηχανισμός αυτό-βελτίωσής σου – ο μόνος μηχανισμός ο οποίος σου προσφέρει ειλικρινώς (και άνευ όρων) τη συγχώρεσή του όπως ο Πατήρ, αγκαλιάζοντάς σε ζεστά και ισότιμα ότι χρώματος Πρόβατο κι εάν είσαι, προσφέροντάς σου κατάλυμα όταν το χρειάζεσαι και χώρο όταν τον ζητήσεις.

Λέγοντας αυτά, μία και μόνη ευχή ας συνοδεύσει τη Νέα μου Χρονιά:
Να καταφέρω να αποδεχτώ το γεγονός ότι είμαι από τους ανθρώπους οι οποίοι ταξιδεύουν την ψυχή τους με μόνη αποσκευή την προσωπική τους αντίληψη γύρω από το «τι είναι Εστία».
Κι ακόμα, αν μείνει χρόνος, θέλω να μάθω να καλοδέχομαι (και να μην ταλαιπωρώ πια) τους αξιέπαινα υπομονετικούς ανθρώπους οι οποίοι (επί σειρά ετών και πέρα από τις εποχές), με έχουν αποδεχθεί ως έχω: άκρως ημιτελή και εξαιρετικά φιλοπερίεργη.

Ελπίζω ότι θα τα καταφέρω...

2 comments:

stratos kalantzis είπε...

Μια σκέψη μόνο ως προς την πολυθρύλητη σημαντικότητα και τη δυναμική της "Κλασσικής Παιδείας" στην οποία αναφέρεστε και την οποία σχεδόν εξυψώνετε ου μην και αποθεώνετε:

Στα χρόνια εκείνα κατά τα οποία η Παιδεία, η Θεωρητική Σκέψη και οι Φιλοσοφικοί Στοχασμοί αναπτύχθηκαν σε βαθμό θεμελίωσής του υπό το επίσημα ένδυμα του "Κλασικού", δεν υπήρχε σχεδόν ταυτόχρονη γενεσιουργός έκρηξη στις Φυσικές Επιστήμες? Αστρολογία-Μαθηματικά-Φυσική?

Μήπως, δηλαδή, οι Μετασχηματισμοί Συχνότητας είναι τα απαραίτητα Τεχνικά Μέσα, οι φιλτραρισμένες δίοδιοι εκ των οποίων τα διδάγματα του "Κλασικού" παίρνουν σάρκα και οστά σε μια κοινωνία όπως η σημερινή, κατεξοχήν και κυνικά..... τεχνοκρατούμενη??

Stella Ioannidou είπε...

Νομίζω πως αξίζει να αποσαφηνίσω ότι πρόθεσή μου δεν ήταν να αντιπαραβάλω την Κλασική με τη Θεωρητική Παιδεία εν γένει και δη στο πλαίσιο της Ιστορίας των Επιστημών: αποτελώ θιασώτη της ιδέας ότι η κατανόηση του πολύπλευρου σύμπαντος κόσμου απαιτεί την ταυτόχρονη (ή έστω σταδιακή) παρουσία πολυδιάστατων και διαφορετικής φύσεως προσεγγίσεων.

Εάν, δε, έφτανα στο σημείο ώστε να θεωρήσω κάποια επιστημονική μέθοδο ή κάποια θεωρία ως «απαραίτητο μέσο» θα κινδύνευα να παγιδευτώ σε εξαιρετικά υψηλού κινδύνου γενικεύσεις, αντίστοιχης φύσεως με την πρόκριση ενός επιστημονικού χώρου ως «του σπουδαιότερου όλων των εποχών», ή «του χρησιμότερου όλων των εποχών». Τι θα ήταν, άραγε, η Φυσική χωρίς τα Μαθηματικά; Η Λογοτεχνία χωρίς την Γλωσσολογία; Η Αστρονομία χωρίς την Τριγωνομετρία; Η Ποίηση χωρίς τη Γραφή; Η Άλγεβρα χωρίς τη Συλλογιστική;

Τουναντίον, η ιδέα την οποία επιθυμώ να υπερτονίσω εδώ είναι η ολοκλήρωση η οποία επιτυγχάνεται στην ψυχοσύνθεση του ατόμου διαμέσω της απαραίτητης συνύπαρξης διαφορετικής φύσεως ερεθισμάτων, η συνέλιξη των οποίων συμβάλλει στην πνευματική του ισορροπία.

Αυτό το οποίο πιθανότατα παρεξηγείται ως «αποθέωση» είναι η έκφραση του απόλυτου ενθουσιασμού τον οποίο βιώνει ένας (ισόβιος) μαθητής μπροστά σε ένα νέο (γι’ αυτόν) πεδίο σκέψης (τολμώ, δε, να συγκρίνω τον εν λόγω ενθουσιασμό με τη χαρά ενός μικρού παιδιού στο οποίο χαρίζουν ένα νέο παιχνίδι του οποίου διαπιστώνει τόσο το απόλυτο ενδιαφέρον, όσο και την εξαιρετική γνωστικού επιπέδου χρησιμότητα).

Δημοσίευση σχολίου