Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Ριζόχαρτο

Το κάρβουνο έτριζε πνιχτά μες τ' ακροδάχτυλα του Αγοριού.
Το μεσημέρι εναπόθετε εαυτόν στην αγκαλιά της ιστορίας,
κι εγώ αναμασούσα μ’ εμμονή την πρωινή μου αερόφουσκα.
Κι ήταν το σκούρο τρίμμα μυροβόλημα για να ξεσκίζει την κλεισούρα,
και το μειδίαμά του άκαμπτο, στο στόχο του δοσμένο:
θα μου σχημάτιζε έναν πρίγκιπα· θα τον απόθετε στον τόπο του·
πτωχό από παλάτια κι άλογα, μ’ ένα τρανό γαρύφαλλο για έγνοια.

Πα στο λευκότατο ριζόχαρτο, χρωματισμοί του μαύρου·
κι εγώ ανυπόμονα κρατούσα τη σειρά στο χτύπημα των ρολογιών.
Και το Aγόρι πάνοπλο, κάρφωνε στη μονοτονία μου ίντριγκες σχημάτων:
δεν είναι, δα, αθώες οι γραμμές σα γίνονται καμπύλες·
κι ούτε οι γωνιές ενδείκνυται να μένουν αναπάντητες.
Του κάκου, όμως, εμμονή: απόκριση δε δόθηκε.

Κι έτσι και έγινε, με μιας, στην τόση αποσύνθεση,
με μια καρδιά πεντάρφανη κι ένα μυαλό στους έξι ανέμους,
κι έμεινε ατέρμονα ατέλειωτο ένα πτωχό μ' αθώο σχέδιο:
βορά εξ’ ημισείας κολπωμένη σε προσδοκία και κατάπληξη.

Κι ο έρμος παρ' ολίγον πρίγκηψ μου, που έτσι δε χάρηκε το βιός του,
παρ’ ότι δεν εκλείψαν απ' τη γη ούτε τα ωραία υλικά μηδέ οι καλοί τεχνίτες,
παρηγορείται ολημερίς, όπως κι εγώ μαζί του, μ’ ένα ριζόχαρτο παρέκει:
στους κόλπους του γεννήθηκε, λαμπρή, η πιο αγνή Βασιλοπούλα.

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου