Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Σε παρακαλώ, μη μ’ αγαπήσεις

Είμαι (αθεράπευτη) λάτρης των εμπεριστατωμένων αιρετικών δηλώσεων: αυτών, δηλαδή, οι οποίες διαφοροποιούνται κατ’ αρχήν από εκείνες της κοινωνικής πλειοψηφίας, βασίζοντας την υπόστασή τους σε εκτενή περιπτωσιολογία. Με δεδομένο, δε, ότι σχεδόν πάντοτε ανακαλύπτω περιπτωσιολογία ικανή να ενισχύει την εκάστοτε ιδιόρρυθμη δήλωσή μου, δε μπορώ παρά να αναρωτιέμαι τι από τα δύο ισχύει: ο πολύς κόσμος εθελοτυφλεί ή εγώ υπερ-αναλύω; Ευτυχώς, σε πείσμα των καιρών και για καλή μου τύχη, η υπερ-ανάλυση δεν είναι (προς το παρόν;) αδίκημα.

Σήμερα ένιωσα την ανάγκη να εντρυφήσω στην έννοια της αγάπης ως επιλογή αντιμετώπισης ενός ανθρώπου ο οποίος έχει την τύχη (ή την ατυχία) να αποτελεί κομμάτι της ζωής μας. Για να κάνω, ταυτοχρόνως, και τη δική μου ζωή ευκολότερη (κι επειδή - σήμερα - δεν επιθυμώ να ξενυχτήσω γράφοντας) θα λάβω ως δεδομένα τα εξής:

(1) Υφίσταται ακόμα στις μέρες μας (τουλάχιστον ως έννοια) η ανιδιοτελής (βιβλική ή λογοτεχνική) αγάπη
και
(2) Αγγίζει πλήρως και ολοκληρωτικά ένα αρκετά καλό ποσοστό των κατοίκων του πλανήτη Γη

Με αυτό τον (πρακτικό!) τρόπο επιτυγχάνω, μεταξύ άλλων, να αυταπατώμαι ως προς το ότι το θέμα μου είναι (1) επίκαιρο (άρα και (2) ενδιαφέρον), ενισχύοντας το συγγραφικό μου κίνητρο. Ουδείς άσφαλτος και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Στο διά ταύτα: Αγαπάμε.

Αυτό το ρήμα μεταφράζεται εύκολα ως εξής: αισθανόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, εμπνεόμαστε (και εμπνέουμε), προσφέρουμε, νιώθουμε πληρότητα μέσα από την ευχαρίστηση του άλλου, παραμερίζουμε τα υλικά αγαθά (εκτός κι αν είναι σημαντικά για τον εταίρο), προτεραιοποιούμε, διαπραγματευόμαστε χωρίς να απαιτούμε, ερωτευόμαστε (άλλη μια αιρετική ιδέα - για άλλη στιγμή αυτή).

Και παραφράζεται εξίσου εύκολα: αισθανόμαστε αυθόρμητα, ενθουσιαζόμαστε αναίτια, εμπνεόμαστε (και εμπνέουμε) ακούσια, προσφέρουμε ανιδιοτελώς, νιώθουμε μια απροσδιόριστη πληρότητα μέσα από την ευχαρίστηση του άλλου, παραμερίζουμε αυτομάτως τα υλικά αγαθά (εκτός κι αν είναι σημαντικά για τον εταίρο), προτεραιοποιούμε μηχανικά, διαπραγματευόμαστε φυσικά και χωρίς να απαιτούμε, ερωτευόμαστε ασυναίσθητα.

Το παρατήρησες κιόλας; Αυτό που λείπει από τα παραπάνω περιγράμματα (καθόλου κατακριτέα και καθ’ όλα τίμια) δεν είναι ούτε η εμπάθεια, ούτε η συμπάθεια, ούτε η ενσυναίσθηση. Είναι, απλώς… η συναίσθηση.

Πόσες φορές (ιδιαιτέρως στη φάση του «θρήνου» για έναν χωρισμό) δεν έχεις νιώσει πως η απώλεια της αγάπης είναι αβάσταχτη, απλώς για να διαπιστώσεις (λίγο ή πολύ) καιρό μετά (όταν έχει πια καθαρίσει η όραση και έχει αποκοιμηθεί ο εγωισμός) ότι δεν είχες καταλάβει ούτε ένα μικρό ποσοστό από τις βαθύτερες πτυχές του ανθρώπου τον οποίο αγαπούσες; Πόσες άλλες στιγμές (πιο σκληρές αυτές) δε διαπίστωσες πως η προσωπικότητα του «ανθρώπου σου» (αλίμονο αν μας ανήκουν οι άνθρωποι) «μεταστράφηκε ριζικά», σχεδόν με τη λύση της μεταξύ σας (νοητής ή μη) σύμβασης; Είναι δυνατόν να ήταν τέτοια η αστοχία σου ως προς την αξιολόγηση των συναισθημάτων σου; Έπεσες όντως σε περίπτωση ατόμου με πολλαπλές προσωπικότητες; Μήπως απλώς αποτελείς κλινική περίπτωση παθολογικού ψεύτη ο οποίος κατάφερε να κοροϊδέψει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό ότι αγαπούσε ειλικρινά έναν άλλον άνθρωπο;

Εάν αποτελεί, πάντως, μορφή παρηγοριάς (κι εφόσον χρειάζεται τέτοια), σου δηλώνω ότι εγώ σε πιστεύω: δεν είπες ψέματα. Πράγματι ένιωσες αγάπη, έδωσες αγάπη και (αν ήσουν λίγο τυχερός) έλαβες κιόλας. Όμως είναι πιθανόν να μην κατάλαβες ακριβώς γιατί αγάπησες ή σε ποιον τελικώς δόθηκες, ούτε (καν!) γιατί αγαπήθηκες.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι, μάλλον, πρακτικός: είναι εύκολο να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ανάγκη μας για συντροφικότητα και να την προβάλλουμε στο πρόσωπο ενός ανθρώπου ο οποίος πληροί κάποιες (βασικές) προϋποθέσεις. Καμιά φορά, μπορούμε και να υποστηρίξουμε την επιλογή μας μέσα από τις πολυάριθμες εκφάνσεις μιας (μικρής ή μεγάλης) αγάπης. Αυτό, όμως, είναι το μικρότερο ποσοστό της δουλειάς η οποία πρέπει να γίνει ώστε δύο άνθρωποι να καταφέρουν να γίνουν με συνειδητό τρόπο εγγύς ο ένας του άλλου. Το δύσκολο κομμάτι «οι πολλοί» το αφήνουν «για μετά» (για «όταν ωριμάσει η επικοινωνία», για «όταν μεστώσει ο έρωτας», για «όπως επιθυμείς να το ονοματίσεις»…). Τελικώς, πέφτει η ζάχαρη στο νερό και κανείς δεν αποκομίζει ηθικόν το δίδαγμα.

Κι έρχομαι (αβίαστα!) στην πρόταση η οποία βασάνισε αδίστακτα τη σκέψη μου σήμερα: γιατί είναι ευκολότερο να αγαπήσουμε κάποιον από το να τον καταλάβουμε; Και γιατί είναι, τελικώς, τόσο εύκολο να κάνουμε σπουδαία λάθη απέναντι σε ανθρώπους τους οποίους θεωρητικώς αγαπάμε; Για πολλούς (και διαφόρους) λόγους…

Η κατανόηση προϋποθέτει κατ’ αρχάς ότι έχουμε μια αρκετά καλή εικόνα του ίδιου μας του εαυτού (άλλωστε, καταλαβαίνουμε καλύτερα οτιδήποτε μπορούμε να συγκρίνουμε με κάτι το οποίο μας είναι οικείο).
Η κατανόηση απαιτεί, επίσης, εξερεύνηση και, δυστυχώς, δεν επιθυμούν όλοι οι άνθρωποι να υποστούν τη διαδικασία της (αναγκαίας) αναμονής ανάμεσα σε δύο διαδοχικές ανακαλύψεις.
Η κατανόηση εκκινεί από την περιέργεια, και αναπτύσσεται μέσα από το πηγαίο ενδιαφέρον για τα δομικά στοιχεία της προσωπικότητας, της ψυχής και του μυαλού του άλλου.
Φυσικά, κάπου προς το δυσκολότερο σημείο της διαδρομής συναντάμε τη μεγαλύτερη ανάγκη από όλες: το ανοιχτό μυαλό μπροστά σε όσα θα ανασύρεις ψάχνοντας μέσα στην ψυχή του άλλου: δεν είναι όλες οι ντουλάπες χωρίς σκελετούς, ούτε είναι όλοι οι σκελετοί για να τους αγκαλιάσεις αλλά ούτε και για να τους κάψεις.
Κι όλα αυτά, φυσικά, προϋποθέτουν (τι άλλο;) άφθονο χρόνο και αστείρευτη υπομονή.
{Αγαπημένη δήθεν τυχαιότητα της Ελληνικής γλώσσης: η κατανόηση (με τις προϋποθέσεις, τις απαιτήσεις, τις πολλές ταχύτητες και τις ανάγκες της) είναι ουσιαστικό γένους θηλυκού...}

Αναρωτιέσαι, λοιπόν, ακόμα γιατί, στην εποχή των σύντομων και δομημένων απαιτήσεων, δεν θα σου ζητούσα (πια) να προσπαθήσεις να με αγαπήσεις;

Αντ’ αυτού, θα σου σταθώ με στοργή, υποστηρίζοντας κάθε μία από τις δοκιμές που (θα) κάνεις για να με καταλάβεις με μιαν υπόσχεση: εάν με αφήσεις, θα προσπαθήσω, από καρδιάς, να σε καταλάβω κι εγώ.

ΥΓ: «Ήτανε Αέρας» - Γιώργο Χρονά, το έθεσες τόσο εύστοχα, Γιώργο Καζαντζή, το έντυσες τόσο ζεστά, Λιζέτα Καλημέρη, του απέδωσες την εκφραστική υπόσταση που του άξιζε:

Τι ξέρεις για τον καιρό, γι αυτόν τον άνεμο, την κάθε της ματιά που γυρνάει και σβήνει;
Τι γνώριζες γι αυτή, για τα χείλη της, την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει;
 

Ήτανε αέρας πάντα, σύννεφο σκοτεινό: δεν τη βρίσκεις δεν τη φτάνεις ψάχνει το χαμό…
Ήτανε αέρας πάντα, σύννεφο βιαστικό: μες σε τρένα, μες σε πλοία κλαίει το χωρισμό…
 

Τι γνώριζες γι αυτή, για τη μάνα της, την κάθε της σιωπή πριν τραγούδι γίνει;
Τι γνώριζες γι αυτή, για το γέλιο της, την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει;
 

Ήτανε αέρας πάντα, σύννεφο σκοτεινό: δεν τη βρίσκεις δεν τη φτάνεις, ψάχνει το χαμό…
Ήτανε αέρας πάντα, σύννεφο βιαστικό: μες σε τρένα, μες σε πλοία, κλαίει το χωρισμό…

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου