Τρίτη, 9 Αυγούστου 2005

Montgisard, 1177μ.Χ.

Ήταν με τους νικητές κι ας είχε λιώσει τις σόλες από τα δερμάτινα σανδάλια του η καυτή άμμος. Είχε συμβάλει σ' αυτή τη σπουδαία νίκη, με δέρμα καμένο από τον ήλιο και χέρια χαρακωμένα από εχθρικά μέταλλα. Ένιωθε ακόμα μια φορά υπερήφανος που άνηκε στο Τάγμα κι ας μη μπορούσε να εκφράσει τη χαρά του: το στόμα του είχε στεγνώσει...«Νερό!»

Ξαπλωμένος ανάσκελα ανάμεσα σε άψυχα σώματα σπαρμένα ανάκατα στην κοιλάδα της ανίερης πόλης, ανέμενε καρτερικά την απόφαση ανάμεσα σε γη και ουρανό. Δύο αφέντες είχε και τους υπηρέτησε στωικά και με ζήλο: το Θεό και το Ιερό Τάγμα. Κάποιος από τους δύο θα τον διεκδικούσε στο τέλος και το τέλος αυτής της μάχης είχε επιτέλους φτάσει.

Στην κοιλάδα του Montgisard μόλις πριν λίγες ώρες είχαν συναντηθεί δύο πολιτισμοί, δύο συμφέροντα, δύο ηγέτες και μερικές χιλιάδες στρατιωτών. Εκλεκτός είναι αυτός που ακολουθεί τη Θεία εντολή και νικητής αυτός που την υπερασπίζει. Κι ο Σέλιν την είχε υπερασπίσει με τον τρόπο που αρμόζει σε ένα μέλος του Τάγματος.

Έλαμπε κάτω από τον Ασιατικό ήλιο μέσα στην αστραφτερή στολή του, στο ξεκίνημα της εκστρατείας. Οι γυναίκες της πόλης έστρωναν ροδοπέταλα για να περάσει η στρατιά του, χαρίζοντάς του χαμόγελα ελπίδας. Τώρα από αυτή τη στολή δεν είχε μείνει παρά μια ραγισμένη ασπίδα και μια ρημαγμένη πανοπλία. Κι όμως περίμενε, με μάτια ορθάνοιχτα και σφαλισμένα χείλη να θυμηθούν την ύπαρξή του και να τον αναζητήσουν ανάμεσα στους τραυματίες, γιατί είχε νικήσει!

Εξαντλημένος από την ένταση της μάχης, θα μπορούσε κάλλιστα να έχει αφεθεί στα απαλά χέρια του Μορφέα. Άλλωστε είχε εκτελέσει το χρέος του στο ακέραιο και είχε κερδίσει την πολυπόθητη ξεκούραση. Όμως ο πόνος διώχνει τα όνειρα και προσγειώνει τους ονειροπόλους στην πραγματικότητα: αν ήθελε να ζήσει έπρεπε να κρατηθεί ξύπνιος.

Όταν ο ήλιος πλησιάζει προς το δύση ο ουρανός της ερήμου φωτίζεται από τα χρώματα της ίριδας, όπως και η Ιερουσαλήμ είχε φωτιστεί από τις πολύχρωμες σημαίες της εκστρατείας, λίγες εβδομάδες πριν. Ανυπομονούσε να δει ξανά την ιερή πόλη, να προσευχηθεί στο Γολγοθά της, να αναζητήσει τους καλούς του φίλους, τους άξιους συνοδοιπόρους στη νίκη της Χριστιανοσύνης και να θρηνήσει όσους χάθηκαν στο δρόμο προς την πανανθρώπινη λύτρωση. Κι αλήθεια, ήταν τόσοι πολλοί: Φίλοι και συναγωνιστές που δέχθηκαν εχθρικά πυρά, ημίθεοι Ναΐτες που ράγισαν κάτω από τα χτυπημένα Αραβικά άλογά τους, στρατιώτες που δεν άντεξαν τη ζέστη και τις κακουχίες, άνδρες που πολέμησαν τον εχθρό με την τελευταία τους πνοή γιατί είχαν ένα στόχο, άνθρωποι που ανήκαν σε ένα στρατό που τον δημιούργησε ένας ολοκληρωμένος Θεός για να τον διαφεντεύουν ημιτελείς πολιτικές προσωπικότητες.

Άνθρωποι όμως καλλιεργούσαν και την άνυδρη γη της επικράτειας, κατασκεύαζαν τα σπίτια τους στην καυτή άμμο, έψαχναν για οάσεις στην ατέρμονη έρημο και διαφύλατταν τα μυστικά της ιερής τους θρησκείας. Άνθρωποι ήταν που στην Ιερουσαλήμ έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι με Σαρακηνούς και Αιγυπτίους. Κι αυτοί οι άνθρωποι δέχονταν την πολυεθνή φύση της πόλης, φτάνει ο καθένας να είχε καθορίσει τη σφαίρα επιρροής της ζωής του και να μη επενέβαινε σε ξένες υποθέσεις. Άνθρωποι άραγε δεν ήταν και οι ακόλουθοι του Σαλαδινού;

Το αντίπαλο στράτευμα είχε πολεμήσει γενναία. Κάτω από τη σκιά του Μουσουλμανικού οράματος της κατάκτησης της Ιερής πόλης, είκοσι έξι χιλιάδες μαυρισμένες καρδιές πάλλονταν στο άκουσμα του συνθήματος επίθεσης. Είκοσι έξι χιλιάδες ψυχές είχαν σκοπό της ζωής τους το προσκύνημα στο Τέμενος του Προφήτη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν τα κατάφεραν σήμερα στο Μόντγισαρντ. Οι περισσότεροι από αυτούς συνάντησαν τον Προφήτη τους πριν προλάβουν να προσευχηθούν στο όνομά Του, ενώ όσοι γλίτωσαν υποχώρησαν προς τη χερσόνησο του Σινά προς αναζήτηση μιας εύθραυστης συνθηκολόγησης με τον Βαλδουίνο τον IV, που θα διαλυόταν, νικηφόρα πια γι' αυτούς, έξι χρόνια μετά.

Τότε ήταν που θυμήθηκε εκείνη τη λευκή παραδεισένια φιγούρα της μητέρας του. Τη γλυκιά ηρεμία της φωνής της, τη ζεστασιά της αγκαλιάς της, τη σοφία του λόγου της. Ήταν η θλίψη της απώλειάς της που τον οδήγησε στην αναζήτηση της λύτρωσης μέσα από το Τάγμα και η βαθιά της πίστη που τον συνόδευε στην υλοποίηση της Θείας εντολής.

Εκείνη, όμως, ήταν που του θύμιζε πως οι άνθρωποι πολεμούσαν τους ανθρώπους γιατί η ιδιοκτησία είναι το ισχυρότερο έννομο συμφέρον και πως το ανικανοποίητο της πνευματικής αναζήτησης δίνει το έναυσμα για την απόκτησή της. Πίσω από τις σεβάσμιες παπικές ανακηρύξεις και τις αναγνωριστικές βασιλικές εκστρατείες διέβλεπε μια εξαιρετικά καμουφλαρισμένη, αχόρταγη και αθεράπευτη ανάγκη της Δύσης για εξάπλωση στην Ανατολή, εις βάρος γειτονικών πληθυσμών. Εξάπλωση ως τα βάθη της Ασίας αφανίζοντας και υποδουλώνοντας σκέψεις και σώματα. Αλλοιώνοντας συνειδήσεις...«Αλλοίωση, τι φρικτή έννοια!»

Ο Σέλιν ο ακόλουθος του Ιερού τάγματος είχε νικήσει στη μάχη. Όμως δεν ένιωθε πια νικητής. Γιατί νικητής είναι εκείνος που υπερασπίζει τη Θεία εντολή και τίποτα Θείο δεν υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη λύσσα για εξουσία. Κι όπως τα χρώματα της ίριδας έσβηναν από τον ουρανό της ανίερης κοιλάδας και η μέρα άφηνε διακριτικά τη σκυτάλη στην παγερή νύχτα της ερήμου, ένας ακόμα άνθρωπος ερχόταν σε επαφή με το Δημιουργό Του, την ίδια εποχή που στην άλλη άκρη της Ευρώπης ο Λεοπόλδος ο V αποκτούσε τη δύναμη που θα του επέτρεπε δέκα χρόνια αργότερα να συνεχίσει το ασεβές έργο του χρησιμοποιώντας ένα σεβαστό Ιπποτικό τάγμα.

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου