Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013 0 comments

Ως τότε, λοιπόν…

Δευτερόλεπτα προτού η ψηφιακή μου πέννα αγγίξει το πάλλευκο ηλεκτρονικό χαρτί, το μυαλό μου κατακλύζεται από βόμβους σκέψεων. Πριν συναντηθώ με την πρώτη μου λέξη, νιώθω εκτεθειμένη σε έναν υποβόσκοντα πανικό∙ αδύναμη∙ σχεδόν ανίκανη ν’ ανταποκριθώ στο κάλεσμα της έκφρασης. Λες και γράφω για πρώτη μου φορά: ανοίγω διάπλατα τα μάτια περιμένοντας να με εμβολίσει η έμπνευση, σε μια αδηφάγα πνευματική συνουσία με τον εαυτό μου…

Κι είναι κι οι σκέψεις μου βαριές, σα να τις συγκρατούν αόρατες πλην ατσαλένιες κλωστές∙ η κατακραυγή ενός αόρατου μελλοντικού αναγνώστη∙ το βάρος μιας καλοδουλεμένης γνώμης∙ το θράσος μου να συμπιέζεται κάθε που βυθίζομαι στα στεγανά της σκέψης μου∙ οι ανασφάλειες να μου κατακλύζουν τα ρουθούνια. Πνίγομαι στην έκσταση, μα κρατώ το βήμα. Και όταν η ανάσα μου κοπεί, όταν το μυαλό μοιάζει να μην οξυγονώνεται πια, ξέρω πως ήρθε η κρίσιμη ώρα να πατήσω το πλήκτρο για πρώτη φορά: το πρώτο μου γράμμα – το πρώτο μου βήμα προς την εξιλέωση!

Κάθε φορά που διαπερνώ το κατώφλι της εκφραστικότητας, στρέφω το βλέμμα προς τα πίσω. Θες από ένστικτο, θες από συνήθεια, κάνω απολογισμό κι αυτοκριτική μαζί, ενόσω θωρώ το σκοτεινό δωμάτιο με απορία κι αγανάκτηση. Ποιά είναι, τάχα, αυτή η σκιά που άφησα πίσω μου βγαίνοντας; Μοιάζει με άγαλμα έτσι βουβά καθισμένη έμπροσθεν της οθόνης. Πόσο ξένη μου φαίνεται καθώς κοιτάζει το κενό με τα χέρια ανάπηρα! Πόσο υποταγμένη στην αποχαύνωσή της! Εάν μπορούσα να τη συναντήσω, εάν η δική της εξαΰλωση δε σήμαινε τη δική μου αυτόματη πραγμάτωση, θα της το έλεγα κατάμουτρα. Θα μάζευα τις ανάσες μου, θα γούρλωνα τα μάτια και θα της ούρλιαζα κατά πρόσωπον: Ευτυχώς που μπορείς και πεθαίνεις πού και πού, για να βιώνω το θαύμα της ύπαρξης…

Από την άλλη σκέπτομαι πως, ακόμα κι αν μου δινόταν μια τόσο εξώκοσμη ευκαιρία, ίσως να μην το αποτολμούσα τελικώς. Όσο κι αν της κακιώνω που εξουσιάζει την ύπαρξή μου, όσο κι αν με συγχύζει η οκνηρία της, κατά βάση τη συμπονώ∙ σχεδόν τη λυπάμαι. Είναι, βέβαια, μεγάλη ατυχία να σου λάχει για μάνα ένα πλάσμα τόσο αδύναμο ώστε να σε ωθεί να γεννηθείς μονάχος σου∙ είναι εξοργιστικό , μέχρι και άδικο. Κάποιοι, όμως, λένε ότι έτσι γίνεται η αξία σου επίκτητη∙ αναμφισβήτητη∙ αδιαπραγμάτευτη. Κουραφέξαλα. Εμένα μου αρκεί που βιώνω γνήσια και χωρίς διακοπές τις ελάχιστες στιγμές που έπονται της ηρωικής απελευθέρωσής μου!

Ελευθερία: έννοια απολύτως εφήμερη∙ λαμβάνεται ως δεδομένη επί της αρχής και επί ματαίω. Ένα δροσερό αεράκι που πότε στο φυσάν έξωθεν, πότε το γεννάς μονάχος. Μα πιο συχνά που σου παραπέφτει σχεδόν επίτηδες, ίσα που να σε κάνει να φέρνεις γύρα τα παραγώνια τρελαμένος. Ακόμα κι όταν στη δίνουν, φυλακισμένος νιώθεις: θα πάρει χρόνο για να δεις πως οι ελευθερίες φορούν πολλά καπέλα κι οι άνθρωποι δικές τους μάσκες – πού να χωρέσουν σε μια σκούνα τόσοι τρανοί καπεταναίοι; Έτσι κι εγώ, ενσυνείδητα, όταν σκολάσει η ώρα, παίρνω το δρόμο της επιστροφής στο βουβό και υγρό κελί μου.

Ο γυρισμός στην κέρινη μονοτονία της σιωπής δε συνοδεύεται από τούμπανα. Ούτε με περιμένει τίποτε στο αιώνιο κελί μου∙ ποτέ κερί∙ μηδέ κρεβάτι. Εκεί που λένε ότι μου πρέπει, εκεί κι εγώ κρεμιέμαι απ’ τα μαλλιά. Σα να’μουνα στολή∙ σα να’μουνα φουστάνι. Θα περιμένω την επόμενη φορά που θα μου ανοίξουν τη ντουλάπα για να βαδίσω προς το φως. Ένα βήμα τη φορά: να φύγει ο σκόρος, ν’ αεριστεί η ψυχή. Ως τότε, λοιπόν…
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013 0 comments

Σινέ «Άνεσις»

Το κυνήγι της Ανέσεως: μια κυκλική πεζοπορία στους πρόποδες της ουτοπίας. Κοιτάς τις παρυφές με  έπαρση και κοροϊδεύεσαι πως τάχα ανηφορίζεις. Βυθίζεις την αντίληψη σε άλατα ηδονής, κρατώντας τη σταδία κατακόρυφη. Μα η ανύπαρκτη υψομετρική διαφορά σε μηδενίζει. Και έτσι πεισμώνεις. Μηδενικό, εσύ, μέσα στον προσωπικό σου αναχρονισμό, δε βρίσκεις άλλο παρά να κακιώσεις στην Τύχη που δεν σε προσέτρεξε, κερνώντας προσβολές τη Συμπαντική συνομωσία. Κι ο κόσμος μετρά άλλη μια κουλούρα, καθώς σφαλίζεις το βλέμμα σου στη Δύση αποκαμωμένος.

Σου το ‘χα πει όταν σε πρωτοαντίκρισα∙ εκείνο το αναπόφευκτο απόβραδο όπου μαγεμένοι απολαύσαμε την εμπνευστική δροσιά που μας μετέφερε στο σώμα η υγρασία απ’ το παγκάκι του Σταθμού. Τότε ακόμα ανταλλάσσαμε κουβέντες άμεμπτες∙ ποιητικές. Τότε συλλογιζόμουν φωναχτά μέσα απ’ το δανεικό μου σκούφο, για να ξορκίσω τα ουρλιαχτά του παρελθόντος μου. Εσύ τι έκανες δε μάθαμε ποτέ, όμως εσύ δεν είσαι το θέμα μας πλέον: το θέμα είναι η άνεση που αποζητούσαμε κι οι δυο, γιατί πιστεύαμε τότε σε λιμάνια, την ώρα που καθίστατο σαφές ότι ο ήλος ανέτειλε και έδυε μονάχα μεσοπέλαγα.

Θα σου το πω και τώρα, λοιπόν, με πιο απλές αράδες: πάψε την πεζοπορία∙ νισάφι τόση διαδρομή. Αυτό που δήθεν κυνηγάς με το σώμα σου, κορέστηκε απ’ την τοξικότητα του πνεύματος. Οι άνθρωποι λιγοστεύουν. Οι σκέψεις φθίνουν! Οι προσεγγίσεις συγκλίνουν! Πώς καταδέχεσαι ν’ αντικρίζεις την όψη σου, γνωρίζοντας πως με τις επιλογές σου γίνεσαι μια στείρα αποστράγγιση του εαυτού σου; Ούτε ο κόπος σου αξίζει∙ και το χρόνο σου μάταια τον δαπανάς. Πώς το μπορείς να γίνεσαι έρμαιο της άνεσης αρνούμενος να την ξεπεράσεις; Δε νιώθεις εγκλωβισμένος; Δε νιώθεις μισότρελος;

Είναι φορές που, όσο κι αν μιλώ, με όσο σθένος κι αν πληγώνει το μολύβι τ' άστεγα χαρτιά, σα να εξαϋλώνονται οι φράσεις και να ξεθωριάζουν τα γράμματα. Αυτό το αίσθημα με νικά τώρα: με κάνει να θέλω να επεξεργαστώ την προτροπή μου...

Γιατί είναι η άνεση υπόγειος αγωγός λυμάτων∙ μια σαδιστική πλανεύτρα του συρμού. Σκιά σαρκοβόρα, με όρεξη ακόρεστη, ζει για να σε περιτριγυρίζει οσμιζόμενη την ψυχική σου αδυναμία. Σα δήθεν τεθλιμμένη εκδιδόμενη, ανοίγει τις αγκάλες της για να σε περιθάλψει∙ άκρα καπνιστά και σκιώδη σε κατακλύζουν, μαύρες νεραΐδες σε οδηγούν στην αποχαύνωση. Πόσες φορές κι εγώ δεν της άνοιξα την πόρτα μου... Πόσες βραδιές δεν τη φιλοξένησα στον οίκο μου... Πόσα ματωμένα πρωινά δεν της παραδόθηκα άνευ όρων, μην τυχόν και αντιμετωπίσω τις σκέψεις μου…

Δε μετανιώνω που την αγάπησα: έμαθα από αυτήν τόσα και σπουδαία, ώστε την ευχαριστώ και που με πλήγωσε ακόμα. Ούτε, όμως, μετανιώνω που την εγκατέλειψα. Στιγμή!

Σε μια χαραμάδα του παρόντος που όλοι και όλα μου είναι αρκετά, δεν κράτησα τίποτε για να θυμίζει εκείνο το άστοχο ασφαλτοστρωμένο ίσωμα όπου ζούσα. Στους Σταθμούς της ζωής δεν εγκαθίστανται, βέβαια, παγκάκια. Κι έχω αποκτήσει την παράτολμη συνήθεια να διαβαίνω σκάλες ώστε να ηρεμώ. Αν τα σκεφτείς αυτά εσύ, σήμερα, με το δικό σου το μυαλό, μάλλον θα πεις ότι δεν έχω και πολλά για να καυχιέμαι. Έχεις κι εσύ τα δίκια σου. Απολείπειν ο Θεός.

Κι έτσι, στεγνά, θα πάρω πίσω το στοχασμό μου. Απότομα και κοφτά, όπως τον έφερα. Σα να ‘μαι σύγνεφο που ισορροπεί σε ηλιαχτίδες, θα φύγω από το διάβα τους για να σου γυρίσω το πολυπόθητο φως∙ δεν ήταν καν δικό μου απ’ την αρχή: γιατί να στο στερώ άλλο;

Ας φεύγουν, λοιπόν, οι παρείσακτοι με τις ενοχλητικές τους σκέψεις, μήπως τρυπώσει γλυκά στο νου σου η παιχνιδιάρα ελπίδα ότι χάρη σε αυτό το φως θα λουστείς με σοφία ώστε να εξελίξεις την ύπαρξή σου, αντί να βολευτείς πιο αναπαυτικά στο μικροκλίμα του παρόντος σου.
Είπαμε: την άνεση απαρνήθηκα∙ όχι το ρομαντισμό…
Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013 1 comments

Μετά το «Κορίτσι που Διαβάζει» τι;

Όχι άλλο νερό στο Μύλο της Εσωστρέφειας. Αρκετά! Κι ούτε να αναλωθείς πια στην απόδοση ευθυνών. Αν, πάλι, επιμένεις, αρνούμενος να ησυχάσεις εάν δεν τιμωρηθούν οι ιθύνοντες νόες, τότε να σε διευκολύνω εγώ: σταμάτα ότι κάνεις και στερέωσε το βλέμμα στον καθρέφτη. Σου χρειάζεται επειγόντως αναστοχασμός. Διότι απεδείχθησαν άκαρπες οι χλιαρές προσπάθειες του κυρίου Warnke μήπως και κάπως αποθαρρυνθείς. Κι ήσουν εσύ και μόνον εσύ που, κόντρα στις στατιστικές και το ανάδρομο σύμπαν, πήρες την απόφαση να δοκιμάσεις την τύχη και τις δυνάμεις σου, βγαίνοντας με ένα «κορίτσι που διαβάζει»…

Δε λέω: ήταν ο νόστος ζηλευτός και το ταξίδι τόσο ταλαίπωρα πληρωτικό, όσο στο είχαν περιγράψει. Διότι – κακά τα ψέματα – δυσκολεύτηκες, αδερφέ. Πιέστηκες. Ίδρωσες. Ζοχαδιάστηκες. Όχι μόνο επειδή το τόλμημα προσομοίαζε στις ειρωνικές περιγραφές του συγγραφέως. Αλλά και γιατί ήταν, πράγματι, αυτό που ο απλός λαός (από τον οποίο – μέσα στη μεγαλοσύνη σου – νιώθεις ξεκομμένος) αποκαλεί «εμπειρία ζωής».

Η πρώτη αλληλεπίδρασή σου με το «κορίτσι που διαβάζει» ήταν γεμάτη συγκινήσεις. Ένα κράμα από ψυχικές φορτίσεις, πνευματικές αναζητήσεις και συναισθηματικές ενδοσκοπήσεις. Ένα συνονθύλευμα στιγμών τόσο διακριτών μεταξύ τους ώστε, σήμερα που μιλάμε, έχεις φτάσει σε σημείο να νιώθεις πως βίωσες την πλήρωση και ότι, παρά την αστοχία σου, – διότι όλοι αποτυγχάνουν την πρώτη τους φορά – βγήκες από αυτή τη διαδικασία πιο ώριμος, πιο ρωμαλέος και πιο έτοιμος για το δια ταύτα από ποτέ.

Το «κορίτσι που διαβάζει» ήταν, όντως, μια αποκάλυψη. Προέβαλλες επάνω της τις επιθυμίες σου, κι εκείνη ανταπέδωσε με την αντίληψη, την κατανόηση και την αποδοχή της. Έχτισες στα πόδια της τις προσδοκίες σου, κι εκείνη – αντί να τις ποδοπατήσει – τις διακόσμησε με μαγεμένα λιογέρματα και μοσχοβολιστές κληματίδες. Απελευθέρωσες τις καταπιεσμένες ορμές σου, κι εκείνη τις έθρεψε πανώριες, με τη φροντίδα και τη μπόλικη ζεστασιά της. Μαζί της δεν ήσουν, πια, αντικείμενο των καινοφανών ορέξεων των σύγχρονων παλλακίδων, ούτε εξαρτιόσουν από τις γήινες απαιτήσεις τους. Δίπλα στο «κορίτσι που διαβάζει» έγινες Μαχητής και Κουρσάρος. Κι αυτή αποδείχθηκε για το μυαλό σου Μπουρλοτιέρισσα και Λαίδη μαζί.

Ω, ναι! Το «κορίτσι που διαβάζει» έχει το μαγικό ραβδί της πραγμάτωσης των ονείρων: τη στωικότητα και την πυγμή να μετατρέψει τα τετριμμένα σε εμπειρίες. Διότι είναι λαμπερός πανδέκτης εκφράσεων και ψημένος αλεστής εμπειριών. Με αυτά της τα ταλέντα τάισε με περισσό ενδιαφέρον την αστείρευτη περιέργειά σου, γι’ αυτό και θα την κουβαλάς μέσα σου εφεξής, προσδίδοντάς της (νοερά) θεϊκές διαστάσεις. Μεταμορφώθηκες. Γι’ αυτό τη λάτρεψες. Και γι’ αυτό την έχασες.

Ξέρω: δεν έχω δικαίωμα να προκαταβάλλω, ούτε να γενικεύω. Και για όσο θα εκφράζω τις απόλυτες υποθέσεις και τις σοφιστίες μου έτσι απροκάλυπτα, η άποψή μου θα χάνει πόντους αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας. Άλλωστε, ποια είμαι εγώ που προεξοφλώ την έκβαση της προσπάθειάς σου; Γιατί, δηλαδή, να μην ανήκεις εσύ στην κατηγορία των ανδρών (εάν υπάρχει τέτοια) οι οποίοι «επιτυγχάνουν με την πρώτη»; Και γιατί να μη σου αρκεί η πρώτη υποψήφια αναγνώστρια-πριγκίπισσα ώστε να «Βασιλέψεις εν ειρήνη»;

Και επειδή είναι άδικο ο νους σου θα κατακλύζεται με τις ανωτέρω υποθέσεις (ή μια πιθανή συνοδευτική ανασφάλεια), σπεύδω να σε συντονίσω με την προσωπική μου οπτική. Διότι άνδρας μεν δεν είμαι, ούτε θεωρώ εαυτόν ειδικευμένο στα ενδότερα του εν λόγω μικροκόσμου. Ως γυναίκα, όμως, από αυτές που – μεταξύ άλλων – διαβάζουν κιόλας, θεωρώ καθήκον μου να σε ενημερώσω για το εξής: το «κορίτσι που διαβάζει» δεν το έχασες επειδή δε σου αρκούσε. Το έχασες επειδή εσύ ήσουν ανεπαρκής. Και αποδείχθηκες τέτοιος διότι υπήρξες για χρόνια συναπτά – προτού την επιλέξεις – ψυχικά και συναισθηματικά αδούλευτος.

Ακόμα κι όταν έφτασες στο κατώφλι της – τυχαία ή μη – σφυρίζοντας αδιάφορα και προβάλλοντας τις εμμονές σου, ακόμα κι αν εκείνη σε περιμάζεψε βοηθώντας σε να προσδώσεις βάθος και λόγο ύπαρξης στις επιφανειακές εκφάνσεις σου, τούτα και μόνο δεν αρκούσαν για να την κρατήσεις. Το «κορίτσι που διαβάζει» ήταν, μεν, για σένα ένα εντατικό μάθημα εκμάθησης ψυχικής ισορροπίας. Ως τούτο, όμως, ενέχει τον εξής περιορισμό: παρ’ ότι έντονο, ταχύρυθμο και συχνά αρκετό ώστε να επιτύχεις άπαξ στην τριμηνιαία εξέταση, δίχως σταθερή προσωπική ενασχόληση για να αγγίξεις τη μετέπειτα εμβάθυνση δε θα πας μακριά.

Το πρώτο σου «κορίτσι που διαβάζει» σου άνοιξε το δρόμο (και τα μάτια) ώστε να προσεγγίσεις το μονοπάτι της ζωής σου διαφορετικά. Εκεί που νόμιζες ότι όλα βαίνουν καλώς και επί της ευθείας, σου παρουσίασε – προτού σε αφήσει, πάντα – μία εναλλακτική προσέγγιση. Κι όταν ολοκλήρωσε την ομιλία της, αποκαμωμένη ως ήταν απ’ την υπομονή και την υπερπροσπάθεια, κατέβασε τα μυρωδάτα βιβλία της στο δρόμο και ξαναρίχτηκε στον κοινωνικό στίβο, για να δοκιμάσει τη δική της τύχη με κάποιον (λίγο έως πολύ) πιο διαβασμένο από εσένα, με μόνη ελπίδα να καταφέρει να φτάσει σε σημείο να εισπράττει πολύχρωμα και ελπιδοφόρα μηνύματα, και όχι πια το μονότονο αίτημά σου για αέναη προσπάθεια – αυτό το υποβόσκον βασανιστήριο στο οποίο την υπέβαλες καθημερινά – μέχρις ότου αποφασίσεις (όπως - όπως) να συμμαζευτείς.

Τι επιλογές, τώρα, έχεις εσύ από δω και πέρα; Πολλές και διαφορετικές. Μπορείς να κρατήσεις την εμπειρία που σου προσέφερε το πρώτο σου «κορίτσι που διαβάζει», γεμίζοντας με αναμνήσεις το λεύκωμα των επιτευγμάτων σου και να επιστρέψεις «ανανεωμένος» στην πρότερη κατάσταση: άλλωστε το πείραμα επέτυχε, παρ’ ότι ο ασθενής απεβίωσε. Εναλλακτικά, μπορείς να οπλιστείς με θάρρος για την επόμενη πρόκληση, και να αναζητήσεις ένα δεύτερο «κορίτσι που διαβάζει». Με δεκανίκι τα σκονάκια από την πρώτη σου Χιροσίμα (κι αφού χειρότερα δε γίνεται), θα χρειαστεί να διασχίσεις με αυταπάρνηση την κοιλάδα του προσωπικού σου Βατερλό, για θα πέσεις ηρωικά αντιμαχόμενος την πιθανότητα να έχεις μάθει αρκετά την πρώτη φορά ώστε να αποδόσεις καλύτερα τη δεύτερη. Υπάρχει, βέβαια, και η τρίτη επιλογή. Έχοντας, όμως, πει τα παραπάνω – με δεδομένη την έως τώρα πορεία σου – και πλημμυρισμένη από απόλυτο αίσθημα υπευθυνότητας μπροστά στο πόνημά μου, διατηρώ σοβαρότατες επιφυλάξεις, και διστάζω να στην αναφέρω καν…

Διότι το «κορίτσι που διαβάζει» είναι, βέβαια, μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου, με σπουδαία χαρίσματα. Δικαίως, λοιπόν, (κατ’ εμέ) την επέλεξες εξ’ αρχής. Αφουγκράζεται. Αναλύει. Αντιλαμβάνεται. Συλλέγει. Και ακριβώς αυτά της τα στοιχεία ήταν που της επέτρεψαν (για όσο καιρό άντεξε) να συντονιστεί με την ψυχοσύνθεσή σου. Διότι το «κορίτσι που διαβάζει» είναι δέκτης. Και ως δέκτης αναλαμβάνει εξ' ολοκλήρου τον κρίσιμο (πλην μονοδιάστατο) ρόλο να σε εισπράττει διαρκώς, ενόσω εσύ αυτοαναιρείσαι ακατάπαυστα μέσα στο πολυφορεμένο προσωπικό σου φολκλόρ, μέχρις ότου καταλήξεις στο πρώτο (και πολυπόθητο) σημείο της πνευματικής σου τήξης, δίχως να συνειδητοποιείς ότι με τον τρόπο σου ανοίγεις τους ασκούς του Αιόλου.

Προκαλώντας, λοιπόν, το κάρμα σου ώστε να δοκιμαστείς (για πρώτη φορά σοβαρά) στο στίβο της προσωπικής σου πνευματικότητας, ήρθες μεν αντιμέτωπος με ένα πλάσμα το οποίο έχει επί της αρχής την επιθυμία να σε συναισθανθεί. Λίγα πράγματα, όμως, θα μπορέσει να κάνει πέραν τούτου.

Διότι ο δέκτης λαμβάνει μεν, αλλά δεν αποστέλλει. Έχει τη δύναμη να σε αφουγκραστεί ώστε να απελευθερωθείς, αλλά καμία δυνατότητα να εκπέμψει κύματα. Το «κορίτσι που διαβάζει» δεν είναι (και δύσκολα, κατ’ εμέ, θα γίνει) ευλαβικά εντεταλμένο να σε κρατά σε εγρήγορση, πότε ξεκουφαίνοντάς σε με πολεμικά συνθήματα και πότε εξυψώνοντας το εγώ σου με αναγκαίες επιβραβεύσεις. Το «κορίτσι που διαβάζει» θα σε χαϊδέψει τρυφερά, αλλά δεν έχει το σθένος να σε αγγίξει παθιασμένα, σφιχτά και απόλυτα ώστε να διαπλάσει ερωτικές καμπύλες μέσα απ’ τις άξεστες γωνίες σου. Ούτε έχει την πυγμή να πραγματώσει τις βαθύτερες επιθυμίες σου, ή τα κότσια να διασπάσει στα εξ’ ων συνετέθησαν τις μικρότητες, τις απρέπειες και τις κακομαθημένες συμπεριφορές σου. Ο Άγγελος που μόλις γνώρισες (και έχασες) είχε πάλλευκα φτερά για να χαίρεσαι μαζί του τα καταγάλανα ουράνια. Ποτέ του, όμως, δε θα είχε τα κότσια να σε αφήσει να καείς στη συμφορά σου, πέφτοντας μαζί στις στάχτες σου, αποζητώντας να σε θεοποιήσει ώστε να σε λατρέψει και πάλι απ’ την αρχή καθώς θα ανασταίνεσαι…

Τα παραπάνω – αυτά, τα τελευταία, τα πιο περίεργα – θα τα έκανε ένας άλλος εκπρόσωπος του είδους: Το «κορίτσι που γράφει». Ο πομπός. Αλλά αυτό το κορίτσι (που αποτελεί την τρίτη και ύστατη επιλογή σου) – εσένα ειδικά που τώρα ξεκίνησες το διάβασμα – δε στο συνιστώ…
Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013 0 comments

[ TBP ] “The Metamorphosis” and “A Country Doctor”

 

[ Franz Kafka’s “Metamorphosis” ] An entire family experiencing some sort of “group alteration”. Everyone transformed into something so much different from what they used to be. So many concurrent alterations, and yet not everyone managed to change towards the same direction: some gained self-consciousness, while others lost their humanity; some experienced a crescendo, others sank into despair... 

[ Franz Kafka’s “A Country Doctor” ] A seemingly rigid personality losing track of itself. While in the mix up of reality and perception, under extremely stressful (and somewhat paranormal) phenomena, even the world’s most distinguished community members can become circumstantial victims, with nobody left to blame but themselves… 

[ Rationale ] Do people actually “transform” into some sort of “new self”, or do they actually “evolve” as they walk down the valley of self-awareness? Shocking as it might be, I reckon that relationships need this (dramatic nonetheless) evolution more than people involved in them actually know.

We need to experience one’s true colours for our self-realization to advance. Maybe the mere perception of change is no different than reaching a tipping point where we are being asked to re-consider our social, mental and psychological acknowledgement of the world, hoping that - if things prove to have changed in ways we are unable to cope with - we could be excused if we eventually quit trying… 

"Metamorphosis" by Kazuhiko Nakamura

[ Transmogrification ] 

Thirty Moons before my Fall,
I sank into your Mirror;
part of Me to cover up,
part of You to make it up.

There we melted Prejudice,
and kept our troubled Visions;
None of yours could find itself,
none of mine could keep you.

Thirty Suns we saw, and thence
I felt your Transformation.
But mighty Mirroring withstood
perceptive perseverance.

Thus I’m striving up to date,
with none but Blood and Thunder.
to carve the painful Memoire
of what could never Be...