Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014 0 comments

Μια στάση...

Δίχως μνήμη, τυχαία ίχνη από θύμησες με οδηγούν στη θάλασσα. Απλώνεται το βλέμμα στις μπούκες, στα γλαροπούλια, στους αφρούς. Έρχονται ήχοι από κιθάρες και μυρωδιές από πυρκαγιές. Όλα σαν ίδια, μα όλα άλλα. Κι εγώ μικρότερη και πιο λευκή. Με τα μαλλιά μου πάντα ξέπλεκα, μισοριγμένα σ’ ένα σκούφο. Ατενίζω. Αφήνομαι…

Τριγύρω ξένοι, με τα παράξενα θολά τους μάτια και τις αχόρταγες ορέξεις. Πλήθη άγνωστα. Ελκύονται. Αναρωτιούνται. Εγώ αιθέρια, αερικό, ενώνομαι με τον ορίζοντα. Δεν ανήκω. Δε μ’ ορίζουν οι δρόμοι. Χαρίζομαι στο βαθύτερο εαυτό μου, μόνον αυτός να με πηγαίνει. Φωτεινός και άφθαρτος, περιδιαβαίνει ανθρωπογειτονιές συλλέγοντας εικόνες.

Κάποιες στιγμές, οι ενέργειες με πλημμυρίζουν. Τις πιο πολλές, όμως, παλεύω να τις περισώνω. Μαχόμενη κατάλαβα πως η γαλήνη είναι παγίδα κι η ύπνωση η τιμωρία της. Γι αυτό κινούμαι. Πειραματίζομαι. Ρίχνω τη σκέψη στα βαθιά, και κολυμπώ τη γύμνια μου. Στον πόλεμο που βιώνω, οι πανοπλίες είναι άσκοπες. Το φως – μόνον αυτό – ασπίδα μου και δόρυ.


Στέκομαι ακόμα λίγη ώρα στο Λιμάνι. Πίσω απ’ την πλάτη μου σκιές. Γκρίζα ονόματα με σκούρα πρόσωπα. Στάχτες του χθες που δεν γνωρίζω. Δεν προσπαθώ να θυμηθώ, και μου χτυπούν τις πόρτες! Δε δοκιμάζω να χαθώ, και μου φιλούν τα μάτια! Δε θέλω πια να μ’ ακουμπούν, και μου τσιμπούν το δέρμα! Δεν νιώθω τίποτα απ’ αυτά: περαστικά κι αδιάφορα. Πάνω στην πλάτη μου φτερά. Μπροστά μου μόνο χρώματα. Η μεταμόρφωσή  μου μ’ έφερε ως εδώ και θα με πάει παραπέρα. Κι εκεί δε θέλει αποσκευές: τις βρίσκεις στην πορεία.

Γι αυτό σου λέω, ξένε, αδίκως με κοιτάζεις. Εγώ κι εσύ, δυο κόσμοι ξέχωροι. Όσο μακριά φαντάζεσαι, ακόμα τόσο είσαι. Κι αν τύχει και σου φάνηκα πως έμεινα ακίνητη, ήταν για να θαυμάσω αυτό το κάδρο. Ίσα να ξεντυθώ μέσα σ’ αυτό. Να ξεδιπλώσω τη μορφή μου. Να ενωθώ. Να εκφραστώ. Για να τ’ αφήσω πάλι πίσω μου γοργά κι έτσι ελεύθερη, χωρίς απωθημένα, να στρώσω νέο μονοπάτι.
Τρίτη 25 Μαρτίου 2014 3 comments

Ιστορίες να σκεφτείς...

Όταν ήμουν πιο παιδί, δεν είχα μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ το να περιπλανώ την ασυνάρτητη σκέψη μου ανάμεσα στις ιστορίες της γιαγιάς μου, αφιερώνοντας ώρες -μέρες ολόκληρες- σε μια στενόμακρη μαρμαρένια βεράντα παραδομένη στην τελετουργία της αφήγησης: Θα καθόταν αναπαυτικά στην καλοκαιριάτικη chaise longue· θα κάθιζα το ακόρεστο βλέμμα μου απέναντί της· θα έτεινε τα ταλαιπωρημένα της πόδια προς εμένα· θ’ ακουμπούσα τα δικά μου (όσο περισσότερο έφταναν) προς την πολυθρόνα· θα έμενα εκεί, ακίνητη, ανήσυχη, συνεπαρμένη· στην αρχή πιο μικρούλα -μετά μεγαλύτερη- πάντοτε, όμως, ορεξάτη για την ιστορία· όχι πάντοτε για την ίδια (την) ιστορία…

Οι καρέκλες μας, στρατηγικά τοποθετημένες πλάι στην πάλλευκη σκάλα. Η βεράντα υπήρχε για να σου παρέχει εξόδους διαφυγής, μην τυχόν και δε σε ικανοποιούσε η εξιστόρηση: τίποτε δε σε κρατούσε δέσμιο ώστε να την υποστείς καθ’ ολοκληρία. Αν ο δράκος φάνταζε ακραίος για την προσωπική σου αισθητική, μπορούσες με μιας να διακόψεις την εξιστόρηση και να περιδιαβείς περιχαρής τον κήπο. Εάν η βασιλοπούλα παραήταν στείρα και γλυκανάλατη για τα γούστα σου, κανείς δε θα σε παρεξηγούσε εάν την απέρριπτες κι επέστρεφες στο ποδήλατο. Για τις ιστορίες που άκουγα, μου δίδονταν πάντοτε εναλλακτικές. Έτσι εκτίμησα την ελευθερία που απλόχερα μου παρεχόταν. Την αποζητώ έκτοτε· σχεδόν την απαιτώ. Με το ίδιο πάθος. Ίσως γι’ αυτό και δεν έλειψα ποτέ από καμιά απ’ τις ιστορίες της γιαγιάς μου: τις σεβόμουν απεριόριστα - ποτέ δε μου αποστέρησαν τη δυνατότητα διαφυγής.

Πέρα από πνευματικά ελεύθερη, έχω υπάρξει και εξαιρετικά τυχερή σε αυτό τον τομέα: η ζωή δε στάθηκε φειδωλή σε λέξεις απέναντί μου. Ήμουν (σχεδόν) πάντοτε σε θέση να αναγνωρίσω με μιάς μια νέα ιστορία: να την ξεχωρίσω απ’ τις λάσπες της, να την αλαφρύνω απ’ τις σκόνες της, να τη φέρω στο φως για να την απολαύσουν τ’ αυτιά και τα μάτια, να της προσδώσω την πνοή που της αξίζει.

Δίχως να την κρίνω ή να τη μειώσω, να τη φουσκώσω ή να την παρατείνω, μόλις θα βρισκόμουν μπροστά σε μια νεότοκη ιστορία, θα άγγιζα το σώμα της απαλά και προσεκτικά: σαν εκστασιασμένος αρχαιολόγος που δεν ποθεί παρά να φέρει στο φως την αλήθεια του χρόνου. Θα τη χάιδευα με τ’ ακροδάχτυλα χορεύοντάς τη με το νου μου, χωρίς περιστροφές, σχεδόν ερωτικά. Ίσως γι’ αυτό και οι λέξεις των ιστοριών που γνώρισα μου επέστρεφαν πάντα το συναισθηματικό τους στοιχείο δίχως συστολή, αναπτύσσοντας μαζί μου μια σαφή, ειλικρινή και βαθειά σχέση ζωής – δε θα μπορούσα να ελπίσω για τίποτε περισσότερο από αυτό: βρέθηκα ευλογημένη με μια σπουδαία συμβουλή, μπρος στη σοφία της οποίας βρίσκομαι συχνά πνευματικώς αντιμέτωπη.

Οι άνθρωποι είναι οι ιστορίες τους. Όμως, οι ιστορίες, δεν κάνουν πάντα καλό στους ανθρώπους! Κάποιες ιστορίες είναι, φυσικά, επίκτητες. Άλλες, πάλι, βαριά κληρονομιά του χρονοντούλαπου. Ορισμένες μας τις αφηγούνται, τις αφουγκραζόμαστε και τις αφομοιώνουμε. Κάποιες άλλες τις απορρίπτουμε πριν καλά-καλά τις ακούσουμε. Όμως μην τα «ρίχνουμε» όλα στους άλλους. Είναι και οι ιστορίες τις οποίες πλάθουμε οι ίδιοι, ολομόναχα φωτισμένοι, στις στιγμές της πιο μεγάλης μας έμπνευσης. Μιλώ γι’ αυτές τις ιστορίες που αφηγούμαστε οι ίδιοι. Που τις αγκαλιάζουμε με τα χέρια μας. Που τις κατακρατούμε ψυχικά. Που αφηνόμαστε σε αυτές με όλες μας τις αισθήσεις. Θα ’λέγε κανείς -απλοϊκά σκεπτόμενος- ότι πιο ανιδιοτελείς απ’ αυτές τις ιστορίες δεν υπάρχουν. Κι όμως, αυτές είναι και οι πιο επικίνδυνες.

Διότι βουβαίνουν την κρίση σου. Θολώνουν το βλέμμα σου. Ντύνονται το θεάρεστο μανδύα μιας ψευδεπίγραφης άνευ όρων αυτο-αποδοχής. Σε μετατρέπουν σε απόστολο της μισής αλήθειας τους και ιεροκήρυκα της ψευτο-σοφίας τους. Και σε κοιμίζουν. Και αποδέχεσαι καταστάσεις άκριτα, επειδή συνάδουν με την ιστορία σου. Και ξεχνάς να σφουγγίξεις το βουλοκέρι απ’ τ’ αυτιά σου. Και μένεις στυλωμένος στο κατάρτι. Ακίνητος. Προσκολλημένος. Ανίκανος να αντιδράσεις. Και οι κωπηλάτες να τραβούν μιαν αδιάκοπη ευθεία πάνω στο δικό σου πρότερο ρυθμό. Όμως εσύ, τυφλός και κωφός ως είσαι, δεν μπορείς να μοιράσεις νέα παραγγέλματα. Και το καράβι συνεχίζει την τρελή του πορεία, μακριά από λιμάνια ή προορισμούς. Ο χρόνος που χάνεται είναι το μικρότερο κακό στην όλη υπόθεση. Δε χάνεται τόσο ο χρόνος: εσύ χάνεσαι, μέσα στην ιστορία σου. Εσύ είσαι το θύμα της, εσύ κι ο θύτης.

Και στο λέω εγώ: που οι λέξεις με έκαναν φίλη τους και μ’ αγαπούν αρκετά ώστε να μου εμπιστεύονται τα μυστικά τους. Στο λέω -όχι από εγωισμό ή από μεγαλομανία- γιατί είναι απόλυτος ανάγκη να διατηρείς αιώνιες επιφυλάξεις για τις ιστορίες που φτιάχνεις ώστε να βιώνεις (ή να ανέχεσαι) τον εαυτό σου. Όσο πιστεύεις ότι ζώντας μ’ αυτές σώζεις την ακεραιότητά σου, τόσο πιο βαθιά βυθίζεσαι ακέραιος μέσα τους. Κι όσο τ’ οξυγόνο σου θα λιγοστεύει, τόσο θ’ αυξάνεται η πιθανότητα να πνιγεί και η τελευταία σταγόνα ελπίδας ότι θα μπορέσεις, κάποια στιγμή, να ζήσεις πραγματικά απαλλαγμένος από δεσμά που ο ίδιος δημιουργείς για τον εαυτό σου.
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014 1 comments

Αν είχες λιμάνι...

Είναι κάποιοι άνθρωποι, κεριά αναμμένα. Ό,τι κι αν σκέπτεσαι να το προστρέξουν ευλαβικά. Κάθε σου μαύρη θύμηση να στη νανουρίσουν γλυκά. Κάθε μικρή ή μεγάλη συμφορά σου να την αφουγκραστούν. Να δώσουν. Να λιώσουν. Να κομματιάσουν με ειλικρίνεια τους χαρταετούς σου. Να νιώθεις τύψεις που δεν τους αγάπησες αρκετά. Να αναμετράσαι και να βγαίνεις πάντα λίγος.

Κι είναι κι οι άλλοι. Οι αιωνίως αταίριαστοι. Οι κλασικά απροσάρμοστοι. Που ο καθείς έχει κι από μια φρικτή εικόνα να τους αποδώσει. Μια τραγική ιστορία τους να αφιερώσει. Που παίρνουν. Που πνίγουν. Που σε ξεσκίζουν μέχρι να μάθεις να τους προσπερνάς. Που δεν αξίζουν, λες. Που δε σε αξίζουν. Εσένα, προσωπικά.

Κι είσαι κι εσύ. Κι είμαι κι εγώ. Δυο ακροατές και δυο θιασώτες της παιδικής μας παρωδίας. Μετρήσαμε την τόλμη μας, σπάζοντας τα παιγνίδια μας. Ηθοποιοί χωρίς ήθος, και πρωτοπόροι δίχως διαδρομή. Να σ’ έχω κατηγορήσει που δεν είσαι ως ήλπιζα. Να μ’ έχεις σταυρώσει που δε σου φτάνω ως έχω.

Και σκέφτομαι καμιά φορά -όταν ο καιρός είναι υγρός και τα σοκάκια γλυκερά- τι θα ήσουν και τι δε θα ’σουν. Και το αντιστοιχώ με το τι είμαι και τι δεν είμαι. Άσκοποι βουβοί συλλογισμοί. Άτεχνες περιπλανήσεις σ’ ένα μουντό τοπίο, κρυμμένες πίσω απ’ τη δικαιολογία της στιγμής. Μονέ χωρίς νούφαρα: μονίμως άκαιρες...

Και λέγω συχνά, μέσα στην υπερφίαλή μου παραζάλη, πως αν είχες λιμάνι, θα ήταν παράταιρο: Δε θα ’χε παρά μια μοναχή αγάντα, λεπτή μα άκαμπτη, περίτεχνα σμιλεμένη ώστε ν’ αντιστοιχεί σε ένα και μόνο ακάτιο. Λιμάνι ανήλιαγο κι ανήμερο. Λιμάνι για μια φορά, μα που αρέσκεται να αυτοαναιρείται σταδιακά. Έτσι αφήνεται με δέος στις κλωστούλες που του κερνούν τα πλείστα τρεχαντήρια της σειράς…

Και νιώθω βαθιά πως αν είχες πατρίδα, θα ήταν φυγόδικη: Στους εχθρούς αφού θα είχε παραδώσει κάθε τι Θείο κι Άξιο, θα ξέσκιζε τους τάφους της να γεννήσει κι άλλα ορφανά. Θα στοίβαζε τα κρανία τους σε θόλους για να τρομάξει τα όρνια. Θα κρέμαγε σημαίες στις άκρες απ’ τις ματωμένες λόγχες των αναξιοπαθούντων και θα υπέγραφε παραίτηση από την αυτοκυριαρχία της μόνο και μόνο για να μη ζήσει εν ειρήνη...

Κι ενώ πεισμώνω με τα πολλά παραμυθιάζομαι πως, αν είχες ουσία, θα ήταν αναίτια: Για χάρη μιας χίμαιρας, κερνάς γενναίες δόσεις ψευδοευφορίας. Στα στήθη μιας Λολίτας αφήνεις να χύνονται οι βραδινές σου παραζάλες. Και το μυαλό να μην αδειάζει. Και το κουβάρι να περιπλέκεται. Και να το επιλέγεις. Όχι: να το απολαμβάνεις!

Δεν υπάρχει ενδεδειγμένος τρόπος: μόνο υπέρβαση. Δεν περισσεύει ευκαιριακή ελπίδα: στο βάθος τοίχος. Κι εγώ έπαψα να αψηφώ τις υπερβάσεις των πολλών από αντίδραση. Αντ’ αυτού, διδάσκομαι κατ’ εξακολούθηση πώς χτίζονται -και πως σωριάζονται- οι τοίχοι. Έμαθα να βλέπω προς τα άνω προτού κοιτάξω προς τα μέσα. Τι κι αν με κάθε αλληλεπίδραση προσεύχομαι μη και ξεπεταχτούν παλιά δαιμόνια: κάθε που ανοίγω την ψυχή μου, εύχομαι να ορμήσουν προς τα εμπρός τα ίδια κι ακόμα πιο αρπακτικά, αδηφάγα όσο ποτέ. Να τα συστήσω στον εαυτό μου... Να τα επιδείξω στους άλλους... Να αντικρύσουν τα όριά τους... Να ανακαλύψω τα δικά μου... Να τους ξεπεράσω... Να θελήσουν να με φτάσουν... Να καώ στο βάθος μου, κι ας μη φωτίσω παρά το κενό!

Στο τέλος κάθε περιπλάνησης, μια στείρα διαπίστωση. Ημιτελής, ώστε να παρέχει ευκαιρίες διαλόγου, προσκαλώντας την επιβεβαίωση. Αντ’ αυτής, μια μακροσκελής δήλωση. Απόλυτη και σαφής. Να μην επιδέχεται ερμηνειών ούτε επερωτήσεων. Θα υπάρχει για να σε ταλαιπωρεί. Να σε διεγείρει. Να σε εξαντλεί. Να την αγνοείς. Να επανέρχεσαι.

Γιατί, εάν είχες λιμάνι, θα ήμουν εγώ. Κι αν είχες πατρίδα, πάλι εγώ. Κι η ουσία σου όλη, στη μήτρα μου κρυμμένη μέχρι να την καλογεννήσω. Και δε σε ορέχτηκα όσο θες να πιστεύεις: συνεπαρμένη απ’ τους ασκούς που μου παρέδωσες, τι να πρωτοποθούσα τότε; Εμένα ή εσένα; Τώρα, μοιραία, με αγαπώ. Ήρεμα. Απόλυτα. Αισθαντικά. Έτσι μόνο μπορώ να αγαπώ κι εσένα ως είσαι: τρελός κι αδέσποτος, παρ’ όλη την αγάπη...
Κυριακή 2 Μαρτίου 2014 2 comments

Αποπλάνηση

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και χύθηκα με μιας στο πεζοδρόμιο. Χωρίς καν τη σύνεση να προδηλώσω τις σκέψεις μου πριν τις αδειάσω στην άσφαλτο. Δίχως πρόθεση –ή έστω την ευγένεια– να εναποθέσω τις δικαιολογίες μου σ’ έναν αχνό αποχαιρετισμό. Βουβά και εκστατικά, απαρνήθηκα το παρόν μου για να αφεθώ σε όλα όσα κρύβονταν για καιρό πέρα απ’ το μπαλκόνι. Κι η νύχτα ολόφωτη να με γεμίζει τύψεις, ανέκφραστη και απρόθυμη να συναινέσει στη φυγή μου. Και οι βατσουνιές διαβάτες που μοσχοβολούσαν της βροχής τα απόνερα, σαν ανθοστήλες ηδονής που μόλις τις είχαν χύσει.

Άδειασα το νου από κάθε περιττό. Αφοσιώθηκα στο ολόγιομο φεγγάρι της στιγμής –όχι αυτό που με φώτιζε, μα εκείνο που ποθούσα– και συνέχισα να περπατώ με το κεφάλι προς τα άνω, απόλυτα παραδομένη στην ακατάσχετη επιθυμία μου ν’ αφομοιώσω τον εαυτό μου πριν εκδοθώ. Μα ο κόσμος είναι απρόβλεπτος και η φύση του μισότρελη: δε θα υποτάσσονταν αμαχητί στα σχέδια μιας ονειροπαρμένης που μόλις είχε διαπράξει την υπέρτατη ύβρη της εγκατάλειψης παντός επιστητού για τις προσωπικές της βλέψεις. Κι έτσι ξεκίνησε να ψιχαλίζει…

Οι στάλες μούσκευαν τα λιωμένα πλακόστρωτα αποφεύγοντάς με περίτεχνα· σαν εγγλέζοι Λόρδοι, προσπερνούσαν το σώμα μου κατ’ εξακολούθηση ζητώντας μου ταπεινές –πλην βουβές– τυπικές συγγνώμες για κάθε άγγιγμα που μου στερούσαν. Μα, πώς τολμούν και μ’ αγνοούν τόσο επιδεικτικά; Εμένα, που με την παρουσία μου τους έκανα το πιο σπουδαίο δώρο, απομακρύνοντάς για λίγο τη βαρετή και μίζερη επαναληψιμότητα του μουντού δρόμου. Όχι, δε θα το επέτρεπα! Θα τις κορόιδευα! Τότε ήταν που πήρα την απόφαση να τις φυλακίσω.

Σαν άλλη Ελένη, απελευθερωμένη πια απ’ τον ξαφνικό μου έρωτα, έβγαλα απ’ την τσέπη μου το πιο ασήμαντο, αδιάφορο και συνηθισμένο μπουκαλάκι που θα μπορούσε να δομηθεί. Αφαίρεσα το στρογγυλό μπλε καπάκι του και το έτεινα αίφνης προς τον ολόγκριζο ουρανό γλυκερά· σχεδόν παρακλητικά:
«Αφού, λοιπόν, δεν με ορέγεστε αρκετά ώστε να μ’ αγγίξετε, έχω μια καλύτερη –και πιο ασφαλή για εσάς– ιδέα: τι θα λέγατε για ετούτο το υπέροχο δοχείο;»

Τα δευτερόλεπτα της αναμονής κινδύνεψαν να αποβούν μοιραία για την αυτοπεποίθησή μου. Σα να με απέρριπταν οι πάντες, και δη εις διπλούν: λες και δεν άξιζε συμπαντικής προσοχής οτιδήποτε αποτελούσε έστω και αμυδρή προέκταση του εαυτού μου. Προτού, όμως, προλάβω να εκφραστώ παραπονούμενη, οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να περιλούζουν το μπουκαλάκι. Μερικές αποτόλμησαν να γλιστρήσουν στην εσωτερική απ’ το στόμιο. Στην αρχή μια-δυο, μετά τρεις, πέντε, εννέα και πριν το καταλάβω, το αδιάφορο δοχείο μου είχε γεμίσει σχεδόν ως τα μέσα με νοήματα. Μειδίασα και κοίταξα τριγύρω πονηρά.

Έφερα το στόμιο κοντά στα χείλη μου και το μύρισα αισθαντικά: Πόσο πιο υγρό απ’ το απόλυτα ρευστό; Πόσο πιο ρευστό απ’ το απόλυτα αβέβαιο; Παρατήρησα τις σταγόνες με την ανυπομονησία ενός ερευνητή. Τις κοιτούσα προσεκτικά καθώς κινούνταν αδιάκοπα και πανικόβλητα. Τις είδα να φλέγονται από καταπίεση: αιωρήματα, σκόνες, το γκρι και το καφέ, το άχρωμο, το άοσμο, το τι και το ε. Όλες τους, μία προς μία, εγκατέλειψαν το απέραντο του ουρανού τους για την άκομψη χάρη μου: μια καλοστημένη παγίδα που τις οδήγησε να αναμειχθούν για πάντα με το πεπερασμένο μου κενό. Μπρός στο μεγαλείο της θυσίας τους για χάρη της ασήμαντης φύσης μου, τις λυπήθηκα. Τις εκτίμησα. Χρόνια αργότερα, τις θαύμασα. Δεν αποτόλμησα, όμως, να τις ελευθερώσω...

Έκτοτε, λοιπόν, ατέρμονα τιμώμενες, οι στάλες αυτές καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στο ράφι των αμαρτιών. Τόσο περίοπτη ώστε, όταν δεν ντρέπομαι υπερβολικά, στήνω περίτεχνα την κουρτίνα με τρόπο ώστε να τις εναγκαλίσει το ηλιοφώς. Άγγελοι κι αυτοί, εξόχως αποπλανημένοι, που δεν τους κοίταξα στιγμή καθώς ταιριάζανε δυναμικά τις άκακες εσοχές τους στις χαοτικές μου προεξοχές, με πληρώνουν κάθε μέρα που περνά με το ίδιο πάντα νόμισμα. Τι κι αν τηρώ ευλαβικά το δοχείο τους ωσάν τρόπαιο της αποφράδας νύχτας: τα φτερά μου ράγισαν για πάντα.
Μόνο έτσι εξηγείται που με κερνούν λίθους οξείς κάθε που ο καιρός αλλάζει…


Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013 0 comments

Ayurveda

Το πρωινό μετά από μια βραδινή μελαγχολία νιώθω σα μουδιασμένη. Τι κι αν κοιμήθηκα επαρκώς: τα κατάλοιπα της εγκεφαλικής υπερδιέγερσης πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρόντα. Νιώθω την ανάγκη να περιτριγυριστώ από θετική ενέργεια...

Καθώς τα ακροδάχτυλα εναγκαλίζουν το γυάλινο περιτύλιγμα μιας νέας αχνιστής αίσθησης, μακαρίζω τα μαύρα φύλλα Ασσάμ που εγκατέλειψαν τις όχθες του Βραχμαπούτρα για να λυτρωθούν στη διψασμένη κούπα μου. Αφήνω τον εαυτό μου να διαλογιστεί κατά τη σύγχρονη βράση του πράσινου μάτε. Χαμηλώνω τα βλέφαρα. Το εκχύλισμα του κράνου με παρασύρει. Αγγίζω τις προεκτάσεις της αυτογνωσίας μου: είμαι ζωντανή.

Χαζεύοντας το σκοτεινιασμένο ουρανό, επιλέγω να δοθώ στιγμιαία στη φευγαλέα σκέψη ότι το στερέωμα συμπάσχει μαζί μου. Στο κατόπι της σκέψης μου, ξεκινούν να με πλημμυρίζουν ανάμεικτα (κι ανόρεχτα) συναισθήματα. Ελάχιστες ώρες προτού το έτος αναπαυθεί για πάντα στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, κι έχω μείνει πρώτη μου φορά με τα πορτόφυλλα ορθάνοιχτα. Κι όμως: ίσα που καταφέρνει η ανατολή να στείλει μερικές απ’ τις ηλιαχτίδες της προς το μέρος μου. Μειδιάζω γλυκερά.

Η επόμενη γουλιά αναμενόμενη∙ σχεδόν επετειακή: σαν άξαφνα κάλαντα φυσούν κατά πρόσωπον ιδέες που συνθέτουν ένα σύντομο απολογισμό. Στήνεται πρόχειρα μια ανεπιτήδευτη πομπή που περιδιαβαίνει ήρεμα τις μέρες και τους μήνες. Σεμνά και σταθερά πλησιάζει ως τα σήμερα: δίχως ζώα με χρυσοποίκιλτα ριχτάρια ή περιττές φιοριτούρες. Δίχως ψίχουλα πισωγυρίσματος ή άστοχα ροδοπέταλα. Ήρεμα και στρωτά, σα χορός έξω από τραγωδία, κορυφώνει ένα συναίσθημα ανακούφισης. Για την απευκταία στασιμότητα που δεν υπάρχει. Για τοξικότητες που δε λιμνάζουν πια. Για όσα ήθελα κι έχασα. Για όσα μπόρεσα και κέρδισα. Για το κάθε φέτος και καλύτερα.

Όσο καθάρια και να ’ναι η πρόθεση, όλο και κάποια κατακάθια μένουν. Έτσι, ο πάλαι ποτέ πάλλευκος πάτος του φλιτζανιού, στέκει τώρα βαμμένος από χορτάτους ιριδισμούς. Αμέσως μόλις απεμπλακώ από τη συνομιλία μου με τούτο το σύγνεφο που σέρνει ο αγέρας, θα τον ιάνω τρυφερά μες τα ζεστά της βρύσης. Όσα κι αν έρχονται, όσα κι αν φεύγουν, κρατώ σφιχτά για μένα τούτο: είμαι ο ουρανός – όχι ο καιρός που ξετυλίγεται μέσα του.
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013 0 comments

Ως τότε, λοιπόν…

Δευτερόλεπτα προτού η ψηφιακή μου πέννα αγγίξει το πάλλευκο ηλεκτρονικό χαρτί, το μυαλό μου κατακλύζεται από βόμβους σκέψεων. Πριν συναντηθώ με την πρώτη μου λέξη, νιώθω εκτεθειμένη σε έναν υποβόσκοντα πανικό∙ αδύναμη∙ σχεδόν ανίκανη ν’ ανταποκριθώ στο κάλεσμα της έκφρασης. Λες και γράφω για πρώτη μου φορά: ανοίγω διάπλατα τα μάτια περιμένοντας να με εμβολίσει η έμπνευση, σε μια αδηφάγα πνευματική συνουσία με τον εαυτό μου…

Κι είναι κι οι σκέψεις μου βαριές, σα να τις συγκρατούν αόρατες πλην ατσαλένιες κλωστές∙ η κατακραυγή ενός αόρατου μελλοντικού αναγνώστη∙ το βάρος μιας καλοδουλεμένης γνώμης∙ το θράσος μου να συμπιέζεται κάθε που βυθίζομαι στα στεγανά της σκέψης μου∙ οι ανασφάλειες να μου κατακλύζουν τα ρουθούνια. Πνίγομαι στην έκσταση, μα κρατώ το βήμα. Και όταν η ανάσα μου κοπεί, όταν το μυαλό μοιάζει να μην οξυγονώνεται πια, ξέρω πως ήρθε η κρίσιμη ώρα να πατήσω το πλήκτρο για πρώτη φορά: το πρώτο μου γράμμα – το πρώτο μου βήμα προς την εξιλέωση!

Κάθε φορά που διαπερνώ το κατώφλι της εκφραστικότητας, στρέφω το βλέμμα προς τα πίσω. Θες από ένστικτο, θες από συνήθεια, κάνω απολογισμό κι αυτοκριτική μαζί, ενόσω θωρώ το σκοτεινό δωμάτιο με απορία κι αγανάκτηση. Ποιά είναι, τάχα, αυτή η σκιά που άφησα πίσω μου βγαίνοντας; Μοιάζει με άγαλμα έτσι βουβά καθισμένη έμπροσθεν της οθόνης. Πόσο ξένη μου φαίνεται καθώς κοιτάζει το κενό με τα χέρια ανάπηρα! Πόσο υποταγμένη στην αποχαύνωσή της! Εάν μπορούσα να τη συναντήσω, εάν η δική της εξαΰλωση δε σήμαινε τη δική μου αυτόματη πραγμάτωση, θα της το έλεγα κατάμουτρα. Θα μάζευα τις ανάσες μου, θα γούρλωνα τα μάτια και θα της ούρλιαζα κατά πρόσωπον: Ευτυχώς που μπορείς και πεθαίνεις πού και πού, για να βιώνω το θαύμα της ύπαρξης…

Από την άλλη σκέπτομαι πως, ακόμα κι αν μου δινόταν μια τόσο εξώκοσμη ευκαιρία, ίσως να μην το αποτολμούσα τελικώς. Όσο κι αν της κακιώνω που εξουσιάζει την ύπαρξή μου, όσο κι αν με συγχύζει η οκνηρία της, κατά βάση τη συμπονώ∙ σχεδόν τη λυπάμαι. Είναι, βέβαια, μεγάλη ατυχία να σου λάχει για μάνα ένα πλάσμα τόσο αδύναμο ώστε να σε ωθεί να γεννηθείς μονάχος σου∙ είναι εξοργιστικό , μέχρι και άδικο. Κάποιοι, όμως, λένε ότι έτσι γίνεται η αξία σου επίκτητη∙ αναμφισβήτητη∙ αδιαπραγμάτευτη. Κουραφέξαλα. Εμένα μου αρκεί που βιώνω γνήσια και χωρίς διακοπές τις ελάχιστες στιγμές που έπονται της ηρωικής απελευθέρωσής μου!

Ελευθερία: έννοια απολύτως εφήμερη∙ λαμβάνεται ως δεδομένη επί της αρχής και επί ματαίω. Ένα δροσερό αεράκι που πότε στο φυσάν έξωθεν, πότε το γεννάς μονάχος. Μα πιο συχνά που σου παραπέφτει σχεδόν επίτηδες, ίσα που να σε κάνει να φέρνεις γύρα τα παραγώνια τρελαμένος. Ακόμα κι όταν στη δίνουν, φυλακισμένος νιώθεις: θα πάρει χρόνο για να δεις πως οι ελευθερίες φορούν πολλά καπέλα κι οι άνθρωποι δικές τους μάσκες – πού να χωρέσουν σε μια σκούνα τόσοι τρανοί καπεταναίοι; Έτσι κι εγώ, ενσυνείδητα, όταν σκολάσει η ώρα, παίρνω το δρόμο της επιστροφής στο βουβό και υγρό κελί μου.

Ο γυρισμός στην κέρινη μονοτονία της σιωπής δε συνοδεύεται από τούμπανα. Ούτε με περιμένει τίποτε στο αιώνιο κελί μου∙ ποτέ κερί∙ μηδέ κρεβάτι. Εκεί που λένε ότι μου πρέπει, εκεί κι εγώ κρεμιέμαι απ’ τα μαλλιά. Σα να’μουνα στολή∙ σα να’μουνα φουστάνι. Θα περιμένω την επόμενη φορά που θα μου ανοίξουν τη ντουλάπα για να βαδίσω προς το φως. Ένα βήμα τη φορά: να φύγει ο σκόρος, ν’ αεριστεί η ψυχή. Ως τότε, λοιπόν…
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013 0 comments

Σινέ «Άνεσις»

Το κυνήγι της Ανέσεως: μια κυκλική πεζοπορία στους πρόποδες της ουτοπίας. Κοιτάς τις παρυφές με  έπαρση και κοροϊδεύεσαι πως τάχα ανηφορίζεις. Βυθίζεις την αντίληψη σε άλατα ηδονής, κρατώντας τη σταδία κατακόρυφη. Μα η ανύπαρκτη υψομετρική διαφορά σε μηδενίζει. Και έτσι πεισμώνεις. Μηδενικό, εσύ, μέσα στον προσωπικό σου αναχρονισμό, δε βρίσκεις άλλο παρά να κακιώσεις στην Τύχη που δεν σε προσέτρεξε, κερνώντας προσβολές τη Συμπαντική συνομωσία. Κι ο κόσμος μετρά άλλη μια κουλούρα, καθώς σφαλίζεις το βλέμμα σου στη Δύση αποκαμωμένος.

Σου το ‘χα πει όταν σε πρωτοαντίκρισα∙ εκείνο το αναπόφευκτο απόβραδο όπου μαγεμένοι απολαύσαμε την εμπνευστική δροσιά που μας μετέφερε στο σώμα η υγρασία απ’ το παγκάκι του Σταθμού. Τότε ακόμα ανταλλάσσαμε κουβέντες άμεμπτες∙ ποιητικές. Τότε συλλογιζόμουν φωναχτά μέσα απ’ το δανεικό μου σκούφο, για να ξορκίσω τα ουρλιαχτά του παρελθόντος μου. Εσύ τι έκανες δε μάθαμε ποτέ, όμως εσύ δεν είσαι το θέμα μας πλέον: το θέμα είναι η άνεση που αποζητούσαμε κι οι δυο, γιατί πιστεύαμε τότε σε λιμάνια, την ώρα που καθίστατο σαφές ότι ο ήλος ανέτειλε και έδυε μονάχα μεσοπέλαγα.

Θα σου το πω και τώρα, λοιπόν, με πιο απλές αράδες: πάψε την πεζοπορία∙ νισάφι τόση διαδρομή. Αυτό που δήθεν κυνηγάς με το σώμα σου, κορέστηκε απ’ την τοξικότητα του πνεύματος. Οι άνθρωποι λιγοστεύουν. Οι σκέψεις φθίνουν! Οι προσεγγίσεις συγκλίνουν! Πώς καταδέχεσαι ν’ αντικρίζεις την όψη σου, γνωρίζοντας πως με τις επιλογές σου γίνεσαι μια στείρα αποστράγγιση του εαυτού σου; Ούτε ο κόπος σου αξίζει∙ και το χρόνο σου μάταια τον δαπανάς. Πώς το μπορείς να γίνεσαι έρμαιο της άνεσης αρνούμενος να την ξεπεράσεις; Δε νιώθεις εγκλωβισμένος; Δε νιώθεις μισότρελος;

Είναι φορές που, όσο κι αν μιλώ, με όσο σθένος κι αν πληγώνει το μολύβι τ' άστεγα χαρτιά, σα να εξαϋλώνονται οι φράσεις και να ξεθωριάζουν τα γράμματα. Αυτό το αίσθημα με νικά τώρα: με κάνει να θέλω να επεξεργαστώ την προτροπή μου...

Γιατί είναι η άνεση υπόγειος αγωγός λυμάτων∙ μια σαδιστική πλανεύτρα του συρμού. Σκιά σαρκοβόρα, με όρεξη ακόρεστη, ζει για να σε περιτριγυρίζει οσμιζόμενη την ψυχική σου αδυναμία. Σα δήθεν τεθλιμμένη εκδιδόμενη, ανοίγει τις αγκάλες της για να σε περιθάλψει∙ άκρα καπνιστά και σκιώδη σε κατακλύζουν, μαύρες νεραΐδες σε οδηγούν στην αποχαύνωση. Πόσες φορές κι εγώ δεν της άνοιξα την πόρτα μου... Πόσες βραδιές δεν τη φιλοξένησα στον οίκο μου... Πόσα ματωμένα πρωινά δεν της παραδόθηκα άνευ όρων, μην τυχόν και αντιμετωπίσω τις σκέψεις μου…

Δε μετανιώνω που την αγάπησα: έμαθα από αυτήν τόσα και σπουδαία, ώστε την ευχαριστώ και που με πλήγωσε ακόμα. Ούτε, όμως, μετανιώνω που την εγκατέλειψα. Στιγμή!

Σε μια χαραμάδα του παρόντος που όλοι και όλα μου είναι αρκετά, δεν κράτησα τίποτε για να θυμίζει εκείνο το άστοχο ασφαλτοστρωμένο ίσωμα όπου ζούσα. Στους Σταθμούς της ζωής δεν εγκαθίστανται, βέβαια, παγκάκια. Κι έχω αποκτήσει την παράτολμη συνήθεια να διαβαίνω σκάλες ώστε να ηρεμώ. Αν τα σκεφτείς αυτά εσύ, σήμερα, με το δικό σου το μυαλό, μάλλον θα πεις ότι δεν έχω και πολλά για να καυχιέμαι. Έχεις κι εσύ τα δίκια σου. Απολείπειν ο Θεός.

Κι έτσι, στεγνά, θα πάρω πίσω το στοχασμό μου. Απότομα και κοφτά, όπως τον έφερα. Σα να ‘μαι σύγνεφο που ισορροπεί σε ηλιαχτίδες, θα φύγω από το διάβα τους για να σου γυρίσω το πολυπόθητο φως∙ δεν ήταν καν δικό μου απ’ την αρχή: γιατί να στο στερώ άλλο;

Ας φεύγουν, λοιπόν, οι παρείσακτοι με τις ενοχλητικές τους σκέψεις, μήπως τρυπώσει γλυκά στο νου σου η παιχνιδιάρα ελπίδα ότι χάρη σε αυτό το φως θα λουστείς με σοφία ώστε να εξελίξεις την ύπαρξή σου, αντί να βολευτείς πιο αναπαυτικά στο μικροκλίμα του παρόντος σου.
Είπαμε: την άνεση απαρνήθηκα∙ όχι το ρομαντισμό
Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013 1 comments

Μετά το «Κορίτσι που Διαβάζει» τι;

Όχι άλλο νερό στο Μύλο της Εσωστρέφειας. Αρκετά! Κι ούτε να αναλωθείς πια στην απόδοση ευθυνών. Αν, πάλι, επιμένεις, αρνούμενος να ησυχάσεις εάν δεν τιμωρηθούν οι ιθύνοντες νόες, τότε να σε διευκολύνω εγώ: σταμάτα ότι κάνεις και στερέωσε το βλέμμα στον καθρέφτη. Σου χρειάζεται επειγόντως αναστοχασμός. Διότι απεδείχθησαν άκαρπες οι χλιαρές προσπάθειες του κυρίου Warnke μήπως και κάπως αποθαρρυνθείς. Κι ήσουν εσύ και μόνον εσύ που, κόντρα στις στατιστικές και το ανάδρομο σύμπαν, πήρες την απόφαση να δοκιμάσεις την τύχη και τις δυνάμεις σου, βγαίνοντας με ένα «κορίτσι που διαβάζει»

Δε λέω: ήταν ο νόστος ζηλευτός και το ταξίδι τόσο ταλαίπωρα πληρωτικό, όσο στο είχαν περιγράψει. Διότι – κακά τα ψέματα – δυσκολεύτηκες, αδερφέ. Πιέστηκες. Ίδρωσες. Ζοχαδιάστηκες. Όχι μόνο επειδή το τόλμημα προσομοίαζε στις ειρωνικές περιγραφές του συγγραφέως. Αλλά και γιατί ήταν, πράγματι, αυτό που ο απλός λαός (από τον οποίο – μέσα στη μεγαλοσύνη σου – νιώθεις ξεκομμένος) αποκαλεί «εμπειρία ζωής».

Η πρώτη αλληλεπίδρασή σου με το «κορίτσι που διαβάζει» ήταν γεμάτη συγκινήσεις. Ένα κράμα από ψυχικές φορτίσεις, πνευματικές αναζητήσεις και συναισθηματικές ενδοσκοπήσεις. Ένα συνονθύλευμα στιγμών τόσο διακριτών μεταξύ τους ώστε, σήμερα που μιλάμε, έχεις φτάσει σε σημείο να νιώθεις πως βίωσες την πλήρωση και ότι, παρά την αστοχία σου, – διότι όλοι αποτυγχάνουν την πρώτη τους φορά – βγήκες από αυτή τη διαδικασία πιο ώριμος, πιο ρωμαλέος και πιο έτοιμος για το δια ταύτα από ποτέ.

Το «κορίτσι που διαβάζει» ήταν, όντως, μια αποκάλυψη. Προέβαλλες επάνω της τις επιθυμίες σου, κι εκείνη ανταπέδωσε με την αντίληψη, την κατανόηση και την αποδοχή της. Έχτισες στα πόδια της τις προσδοκίες σου, κι εκείνη – αντί να τις ποδοπατήσει – τις διακόσμησε με μαγεμένα λιογέρματα και μοσχοβολιστές κληματίδες. Απελευθέρωσες τις καταπιεσμένες ορμές σου, κι εκείνη τις έθρεψε πανώριες, με τη φροντίδα και τη μπόλικη ζεστασιά της. Μαζί της δεν ήσουν, πια, αντικείμενο των καινοφανών ορέξεων των σύγχρονων παλλακίδων, ούτε εξαρτιόσουν από τις γήινες απαιτήσεις τους. Δίπλα στο «κορίτσι που διαβάζει» έγινες Μαχητής και Κουρσάρος. Κι αυτή αποδείχθηκε για το μυαλό σου Μπουρλοτιέρισσα και Λαίδη μαζί.

Ω, ναι! Το «κορίτσι που διαβάζει» έχει το μαγικό ραβδί της πραγμάτωσης των ονείρων: τη στωικότητα και την πυγμή να μετατρέψει τα τετριμμένα σε εμπειρίες. Διότι είναι λαμπερός πανδέκτης εκφράσεων και ψημένος αλεστής εμπειριών. Με αυτά της τα ταλέντα τάισε με περισσό ενδιαφέρον την αστείρευτη περιέργειά σου, γι’ αυτό και θα την κουβαλάς μέσα σου εφεξής, προσδίδοντάς της (νοερά) θεϊκές διαστάσεις. Μεταμορφώθηκες. Γι’ αυτό τη λάτρεψες. Και γι’ αυτό την έχασες.

Ξέρω: δεν έχω δικαίωμα να προκαταβάλλω, ούτε να γενικεύω. Και για όσο θα εκφράζω τις απόλυτες υποθέσεις και τις σοφιστίες μου έτσι απροκάλυπτα, η άποψή μου θα χάνει πόντους αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας. Άλλωστε, ποια είμαι εγώ που προεξοφλώ την έκβαση της προσπάθειάς σου; Γιατί, δηλαδή, να μην ανήκεις εσύ στην κατηγορία των ανδρών (εάν υπάρχει τέτοια) οι οποίοι «επιτυγχάνουν με την πρώτη»; Και γιατί να μη σου αρκεί η πρώτη υποψήφια αναγνώστρια-πριγκίπισσα ώστε να «Βασιλέψεις εν ειρήνη»;

Και επειδή είναι άδικο ο νους σου θα κατακλύζεται με τις ανωτέρω υποθέσεις (ή μια πιθανή συνοδευτική ανασφάλεια), σπεύδω να σε συντονίσω με την προσωπική μου οπτική. Διότι άνδρας μεν δεν είμαι, ούτε θεωρώ εαυτόν ειδικευμένο στα ενδότερα του εν λόγω μικροκόσμου. Ως γυναίκα, όμως, από αυτές που – μεταξύ άλλων – διαβάζουν κιόλας, θεωρώ καθήκον μου να σε ενημερώσω για το εξής: το «κορίτσι που διαβάζει» δεν το έχασες επειδή δε σου αρκούσε. Το έχασες επειδή εσύ ήσουν ανεπαρκής. Και αποδείχθηκες τέτοιος διότι υπήρξες για χρόνια συναπτά – προτού την επιλέξεις – ψυχικά και συναισθηματικά αδούλευτος.

Ακόμα κι όταν έφτασες στο κατώφλι της – τυχαία ή μη – σφυρίζοντας αδιάφορα και προβάλλοντας τις εμμονές σου, ακόμα κι αν εκείνη σε περιμάζεψε βοηθώντας σε να προσδώσεις βάθος και λόγο ύπαρξης στις επιφανειακές εκφάνσεις σου, τούτα και μόνο δεν αρκούσαν για να την κρατήσεις. Το «κορίτσι που διαβάζει» ήταν, μεν, για σένα ένα εντατικό μάθημα εκμάθησης ψυχικής ισορροπίας. Ως τούτο, όμως, ενέχει τον εξής περιορισμό: παρ’ ότι έντονο, ταχύρυθμο και συχνά αρκετό ώστε να επιτύχεις άπαξ στην τριμηνιαία εξέταση, δίχως σταθερή προσωπική ενασχόληση για να αγγίξεις τη μετέπειτα εμβάθυνση δε θα πας μακριά.

Το πρώτο σου «κορίτσι που διαβάζει» σου άνοιξε το δρόμο (και τα μάτια) ώστε να προσεγγίσεις το μονοπάτι της ζωής σου διαφορετικά. Εκεί που νόμιζες ότι όλα βαίνουν καλώς και επί της ευθείας, σου παρουσίασε – προτού σε αφήσει, πάντα – μία εναλλακτική προσέγγιση. Κι όταν ολοκλήρωσε την ομιλία της, αποκαμωμένη ως ήταν απ’ την υπομονή και την υπερπροσπάθεια, κατέβασε τα μυρωδάτα βιβλία της στο δρόμο και ξαναρίχτηκε στον κοινωνικό στίβο, για να δοκιμάσει τη δική της τύχη με κάποιον (λίγο έως πολύ) πιο διαβασμένο από εσένα, με μόνη ελπίδα να καταφέρει να φτάσει σε σημείο να εισπράττει πολύχρωμα και ελπιδοφόρα μηνύματα, και όχι πια το μονότονο αίτημά σου για αέναη προσπάθεια – αυτό το υποβόσκον βασανιστήριο στο οποίο την υπέβαλες καθημερινά – μέχρις ότου αποφασίσεις (όπως - όπως) να συμμαζευτείς.

Τι επιλογές, τώρα, έχεις εσύ από δω και πέρα; Πολλές και διαφορετικές. Μπορείς να κρατήσεις την εμπειρία που σου προσέφερε το πρώτο σου «κορίτσι που διαβάζει», γεμίζοντας με αναμνήσεις το λεύκωμα των επιτευγμάτων σου και να επιστρέψεις «ανανεωμένος» στην πρότερη κατάσταση: άλλωστε το πείραμα επέτυχε, παρ’ ότι ο ασθενής απεβίωσε. Εναλλακτικά, μπορείς να οπλιστείς με θάρρος για την επόμενη πρόκληση, και να αναζητήσεις ένα δεύτερο «κορίτσι που διαβάζει». Με δεκανίκι τα σκονάκια από την πρώτη σου Χιροσίμα (κι αφού χειρότερα δε γίνεται), θα χρειαστεί να διασχίσεις με αυταπάρνηση την κοιλάδα του προσωπικού σου Βατερλό, για θα πέσεις ηρωικά αντιμαχόμενος την πιθανότητα να έχεις μάθει αρκετά την πρώτη φορά ώστε να αποδόσεις καλύτερα τη δεύτερη. Υπάρχει, βέβαια, και η τρίτη επιλογή. Έχοντας, όμως, πει τα παραπάνω – με δεδομένη την έως τώρα πορεία σου – και πλημμυρισμένη από απόλυτο αίσθημα υπευθυνότητας μπροστά στο πόνημά μου, διατηρώ σοβαρότατες επιφυλάξεις, και διστάζω να στην αναφέρω καν…

Διότι το «κορίτσι που διαβάζει» είναι, βέβαια, μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου, με σπουδαία χαρίσματα. Δικαίως, λοιπόν, (κατ’ εμέ) την επέλεξες εξ’ αρχής. Αφουγκράζεται. Αναλύει. Αντιλαμβάνεται. Συλλέγει. Και ακριβώς αυτά της τα στοιχεία ήταν που της επέτρεψαν (για όσο καιρό άντεξε) να συντονιστεί με την ψυχοσύνθεσή σου. Διότι το «κορίτσι που διαβάζει» είναι δέκτης. Και ως δέκτης αναλαμβάνει εξ' ολοκλήρου τον κρίσιμο (πλην μονοδιάστατο) ρόλο να σε εισπράττει διαρκώς, ενόσω εσύ αυτοαναιρείσαι ακατάπαυστα μέσα στο πολυφορεμένο προσωπικό σου φολκλόρ, μέχρις ότου καταλήξεις στο πρώτο (και πολυπόθητο) σημείο της πνευματικής σου τήξης, δίχως να συνειδητοποιείς ότι με τον τρόπο σου ανοίγεις τους ασκούς του Αιόλου.

Προκαλώντας, λοιπόν, το κάρμα σου ώστε να δοκιμαστείς (για πρώτη φορά σοβαρά) στο στίβο της προσωπικής σου πνευματικότητας, ήρθες μεν αντιμέτωπος με ένα πλάσμα το οποίο έχει επί της αρχής την επιθυμία να σε συναισθανθεί. Λίγα πράγματα, όμως, θα μπορέσει να κάνει πέραν τούτου.

Διότι ο δέκτης λαμβάνει μεν, αλλά δεν αποστέλλει. Έχει τη δύναμη να σε αφουγκραστεί ώστε να απελευθερωθείς, αλλά καμία δυνατότητα να εκπέμψει κύματα. Το «κορίτσι που διαβάζει» δεν είναι (και δύσκολα, κατ’ εμέ, θα γίνει) ευλαβικά εντεταλμένο να σε κρατά σε εγρήγορση, πότε ξεκουφαίνοντάς σε με πολεμικά συνθήματα και πότε εξυψώνοντας το εγώ σου με αναγκαίες επιβραβεύσεις. Το «κορίτσι που διαβάζει» θα σε χαϊδέψει τρυφερά, αλλά δεν έχει το σθένος να σε αγγίξει παθιασμένα, σφιχτά και απόλυτα ώστε να διαπλάσει ερωτικές καμπύλες μέσα απ’ τις άξεστες γωνίες σου. Ούτε έχει την πυγμή να πραγματώσει τις βαθύτερες επιθυμίες σου, ή τα κότσια να διασπάσει στα εξ’ ων συνετέθησαν τις μικρότητες, τις απρέπειες και τις κακομαθημένες συμπεριφορές σου. Ο Άγγελος που μόλις γνώρισες (και έχασες) είχε πάλλευκα φτερά για να χαίρεσαι μαζί του τα καταγάλανα ουράνια. Ποτέ του, όμως, δε θα είχε τα κότσια να σε αφήσει να καείς στη συμφορά σου, πέφτοντας μαζί στις στάχτες σου, αποζητώντας να σε θεοποιήσει ώστε να σε λατρέψει και πάλι απ’ την αρχή καθώς θα ανασταίνεσαι…

Τα παραπάνω – αυτά, τα τελευταία, τα πιο περίεργα – θα τα έκανε ένας άλλος εκπρόσωπος του είδους: Το «κορίτσι που γράφει». Ο πομπός. Αλλά αυτό το κορίτσι (που αποτελεί την τρίτη και ύστατη επιλογή σου) – εσένα ειδικά που τώρα ξεκίνησες το διάβασμα – δε στο συνιστώ…
Τρίτη 2 Ιουλίου 2013 0 comments

Οι «Λάθος» Λόγοι

Το απόγευμα που βρισκόμουν στο δρόμο για το Δημαρχείο, η ζέστη και η κυκλοφοριακή συμφόρηση δημιουργούσαν την πλέον αφόρητη ατμόσφαιρα. Τόσο η Φύση όσο και οι Άνθρωποι συνηγορούσαν στην απόλυτη απορύθμιση της ψυχικής μου υγείας. Τουλάχιστον, έστω και παρά τη θέλησή μου, είχε δημιουργηθεί άφθονο χρονικό περιθώριο ώστε να σταματήσω τη μηχανή του αυτοκινήτου για να βαδίσω με τη σκέψη μου τα ασυνήθιστα σοκάκια του μυαλού που τόσο αγαπώ…

Κι ήταν η στιγμή που με κατέκλυσαν τα «γιατί» των ανθρώπων. Οι μικρές και οι πιο μεγάλες αιτιολογήσεις βάσει των οποίων λαμβάνουμε τις τιτάνιες ή λιλιπούτειες αποφάσεις της ζωής μας. Ο λόγος που με έκανε ν’ αλλάξω τη διαδρομή για το γραφείο, ώστε να διαπερνώ το Ζάππειο κι όχι από τη λεωφόρο Καλλιρρόης. Ο λόγος για τον οποίο ξυπνώ νωρίτερα, ώστε να απολαμβάνω ένα ισορροπημένο πρωινό. Ο λόγος για χάρη του οποίου διακήρυξα καθεστώς εμπάργκο στους απανταχού ανελκυστήρες, προτιμώντας ακόμα και τα εκατόν επτά σκαλιά για τον έκτο όροφο. Ο λόγος για τον οποίο αυτός ο Γάμος έπρεπε να λάβει χώρα. Σήμερα, το δίχως άλλο, στο Δημαρχείο.

Σκεφτόμουν, λοιπόν, ότι, καμιά φορά, οι λόγοι που καθοδηγούν τις αποφάσεις μας είναι στρωτοί, αυταπόδεικτοι και εξόφθαλμα συνυφασμένοι με την κοινή λογική. Άλλαξα τη διαδρομή μου ώστε να περνώ από μέρη τα οποία με ευχαριστούν στην όψη. Μετέβαλα τη διατροφή μου, ώστε να φροντίσω την υγεία μου. Ασκώ το σώμα μου έστω και με απλούς καθημερινούς τρόπους, ώστε να ενισχύσω τη φυσική μου κατάσταση.

Άλλες, πάλι, φορές, τα πράγματα μάλλον δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Ποιος ο λόγος να εκβιαστεί η λήψη μιας απόφασης; Ποιες αιτίες μπορεί να είναι τόσο δυνατές ώστε να οδηγήσουν στην ανάληψη ρίσκου; Τι μέγεθος ρίσκου θεωρείται «αιτιολογημένο» και τι «παράλογο»; Ποιος βάζει τα όρια, ποιος κινεί τα νήματα, ποιος απολογείται (και σε ποιον;) στο τέλος της ημέρας;

Προσωπικά, στο εν λόγω θέμα, μάλλον έχω περισσότερα ερωτήματα απ’ ότι απαντήσεις. Μολαταύτα, δεν μπορώ να κάνω τα στραβά μάτια όταν βλέπω τριγύρω μου, ολοένα και συχνότερα, ανθρώπους που αγαπώ ή που γνωρίζω να λαμβάνουν πληθώρα μικρών ή μεγάλων αποφάσεων βασιζόμενοι στους «λάθος» λόγους.

Βλέπω ανθρώπους να πληγώνουν εαυτόν και αλλήλους, στο όνομα της εγωιστικής τους διάθεσης να μην εκτεθούν συναισθηματικά. Γνωρίζω ανθρώπους που εγκλωβίζονται σε επιφανειακούς δεσμούς και στείρες επικοινωνίες, από φόβο μήπως εν τέλει απογοητευθούν, στο δρόμο προς τα ενδότερα. Βλέπω ανθρώπους να οδηγούνται στη λήψη προσωπικών αποφάσεων δεχόμενοι τεραστίων διαστάσεων κοινωνικές και οικογενειακές πιέσεις από αυτούς που ήταν (και παραμένουν) «έξω από το χορό». Βλέπω ανθρώπους άτολμους από οκνηρία. Βλέπω μυαλά κλειστά από σύμβαση. Βλέπω (και ξαναβλέπω) επαναλαμβανόμενα σφάλματα από συνήθεια. Βλέπω μηδενική προσπάθεια από επιλογή.

Κι επειδή οι αριθμοί δεν ψεύδονται, μετά λύπης μου διαπίστωσα ότι οι «λάθος» λόγοι ζουν ανάμεσά μας εδώ και καιρό. Είναι σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Είναι τα langoliers που κατασπαράζουν τη συνείδησή μας. Δρουν αθόρυβα κι είναι παντοδύναμοι. Είναι ο πιο συχνός επισκέπτης του κοινωνικού μου σύμπαντος και ο καλύτερος φίλος όσων αδυνατούν (ή αρνούνται) να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Είναι ο τοίχος στον οποίο κουτουλάνε οι προσδοκίες μας, και οι ταμπέλες που αποδεχόμαστε στωικά για τις επιθυμίες μας. Και το χειρότερο: είμαστε εθισμένοι σε αυτούς! Σα να μας άφησαν κάποια στιγμή ελεύθερη τη βούληση ώστε να επιλέξουμε την οδό της Αρετής, κι εμείς νιώσαμε ασφαλέστεροι κατηφορίζοντας το δρόμο της Κακίας. Περιττό, δε, να πω, πως το πλέον κρίσιμο χαρακτηριστικό γνώρισμα των «λάθος» αποφάσεων είναι το γεγονός ότι τα κίνητρά τους αποκαλύπτονται, πάντα μα πάντα, κατόπιν εορτής.

Για να μην τα πολυλογώ, κατάφερα, με τα πολλά και παρά τις πνευματικές μου περιπλανήσεις, να φτάσω στο Δημαρχείο. Ήμουν, δηλαδή, κι εγώ εκεί όταν έλαβε χώρα η πνευματική, πολιτειακή και κοινωνική συνένωση δύο αδούλευτων ψυχών, ενώπιον Αρχών και Οικογενειών. Ήμουν βουβός μάρτυρας κατά την ανταλλαγή πολυφορεμένων όρκων λατρείας και συνοχής. Ήμουν σχεδόν κοινωνός μιας απόφασης η οποία ελήφθη εξόφθαλμα για τους «λάθος» λόγους, την ώρα που οι απανταχού ανθρωπιστές της αιθούσης σφύριζαν αδιάφορα. Κι έτσι κι έγινε και προστέθηκε άλλη μια εγγραφή στη λίστα των ειλημμένων αποφάσεων για τους «λάθος» λόγους. Επειδή είθισται. Επειδή πιεζόμαστε ηλικιακά. Επειδή το επόμενο έτος τυγχάνει δίσεκτον. Επειδή ο Ερμής είναι ανάδρομος και η Σελήνη ευρίσκεται εις τον τέταρτον Οίκο. Επειδή «μπορούμε» (ή «δεν μπορούμε»).

Αναμασώντας το χρωματιστό κουφέτο που επάξια είχα κερδίσει με τη σιωπηρή αποδοχή μου, ελάχιστα λεπτά μετά την ολοκλήρωση της Παραστάσεως, βρέθηκα ξανά στην ανελέητη αγκαλιά του καύσωνα και της συμφόρησης, σχεδόν ανακουφισμένη. Άραγε, όταν έρθει η δική μου σειρά να λάβω αποφάσεις τέτοιου βεληνεκούς, θα είμαι σε θέση να αναγνωρίσω (και συνειδητά να αποδεχθώ) τους λόγους οι οποίοι θα καθοδηγήσουν τις επιλογές μου; Ή θα αφεθώ βορρά στη βολική θηριωδία της πνευματικής οκνηρίας;

«Μάθε σήμερα από τα λάθη των άλλων, μήπως αύριο καταφέρεις να προλάβεις τα δικά σου λάθη», επαναλαμβάνει ο άνθρωπός μου σε κάθε σχετική ευκαιρία. Και, ξέρεις τι; Έχει δίκιο…
Πέμπτη 18 Απριλίου 2013 0 comments

Να σου πω μια Ιστορία… δανεική;

Όπως κάποια στιγμή περιέγραψαν (σεμνά) οι αδελφοί Κατσιμίχα, «ζούμε τις μικρές μας ιστορίες στο Κέντρο και τις συνοικίες». Κι είναι αυτή η συντομότατη (εντέχνως ασήμαντη) λεπτομέρεια στις παρυφές της στιχουργικής αδείας του δημιουργού, η οποία προκαλεί τη σκέψη μου ακατάπαυστα. Σχεδόν με αναγκάζει -ολοένα και συχνότερα, μάλιστα- να σκέφτομαι  πως, όσο μικρές ή μεγάλες κι αν είναι οι ιστορίες μας, θα τις αδικούσαμε κατάφορα εάν πιστεύαμε πως αποτελούν μία ακόμα καταχώρηση στη λίστα εμπειριών μας.

Κατ’ εμέ, η σπουδαιότερη κληρονομιά των ιστοριών αυτών, είναι το γεγονός ότι μας παρέχουν απλόχερα χώρο και χρόνο για να εξελιχθούμε μέσα από αυτές. Και το επιτυγχάνουν μ’ έναν τρόπο τόσο αέρινο, που δεν είναι λίγες οι φορές που –τόσο απλά– μας χειραγωγούν γλυκά στα δύσβατα (και άκρως επικίνδυνα) μονοπάτια των εντυπώσεών τους.

Οι ιστορίες της ζωής μας, όσο σημαντικές ή ασήμαντες κι αν μοιάζουν στα μάτια μας, συχνά φαντάζουν ότι έχουν τη δική τους προσωπικότητα. Είναι σα μικρές ψυχές μέσα στο πνεύμα μας. Γίνονται κτήμα μας. Γινόμαστε έρμαιά τους. Τις μνημονεύουμε στις εγκεφαλικές μας περιπλανήσεις. Μας μνημονεύουν για χάρη τους οι άνθρωποι της ζωής μας. Είναι τα κατοικίδια στο χρονοντούλαπό μας. Είμαστε οι πρίγκιπες στο παραμύθι τους. Κι όλ’ αυτά συμβαίνουν αυθόρμητα, κι ενόσω προσπαθούμε να επιλέξουμε τον τρόπο (ή το μέσο) με τον οποίο αρεσκόμαστε κάθε φορά να τις ζούμε.

Διότι δεν είναι όλες μας οι ιστορίες ιδιόκτητες. Ούτε καταλαμβάνουμε οι ίδιοι το πρώτο πλάνο μονίμως: πόσο εγωκεντρικός θα ήταν ο κόσμος μας σε μια τέτοια περίπτωση, και πόσο πολύπαθος ο «αιώνιος πρωταγωνιστής»…

Κάποιες φορές γινόμαστε αυτοπρόσωποι κοινωνοί των ιστοριών μας. Άλλες, πάλι, φορές δε μένουμε παρά απλοί θεατές. Σε ορισμένες ιστορίες εντρυφούμε επώνυμα. Σε άλλες, πάλι, προτιμούμε το δανεικό προκάλυμμα ενός πέπλου ανωνυμίας, από την αγωνία της έμπρακτης συμμετοχής στην εμπειρία. Τέτοιες είναι και οι ιστορίες τις οποίες πεθύμησα να επικαλεστώ. Ιστορίες που μου χαρίστηκαν με την ιδιότητα του θεατή, επιτρέποντάς μου να τις απολαύσω με το προνόμιο του εξωτερικού παρατηρητή, και χάρη στην αμετροεπή ασφάλεια της Μεγάλης Οθόνης.

Ιστορίες δανεικές. Σενάρια δογματικά. Απεικονίσεις περίπλοκες. Σκηνές παθιασμένες. Περιστάσεις ασυνήθιστης πλοκής, ή καθημερινής εντάσεως. Παθήματα παιδευτικά. Παραδείγματα προς μίμηση ή προς αποφυγήν. Εμπειρίες τις οποίες δε θα μπορούσα να συλλέξω κατ’ ιδίαν, δεδομένων των επιλογών με τις οποίες διάγω το βίο μου. Εικόνες στιγμιαίες. Η Έβδομη Τέχνη: η τέχνη της οπτικοποίησης της καταγραφής της κίνησης. Η Τέχνη, δηλαδή, η οποία γεννά οπτικοακουστικές απομιμήσεις του βίου των άλλων. Μια εμπειρία η οποία σε καλεί να συνεισφέρεις προσωρινά τα μάτια και τ’ αυτιά σου στην πραγματικότητά της. Μια εκφραστική διάσταση η οποία έχει τη δυναμική να παραμένει τέχνη, κολπώνοντας ταυτοχρόνως ευαισθησία και βία, αισθησιασμό και παραδόσεις, διαμάντια και απορρίμματα.


Στο πλαίσιο αυτής της εμπειρίας, δεν ήταν λίγες οι ιστορίες οι οποίες κατάφεραν να βρουν ανταπόκριση στον υποκειμενισμό μου. Ορισμένες σκηνές βρήκαν αιώνιο καταφύγιο στη μνήμη μου, η κάθε μία για τους δικούς της λόγους. Μέσα σε μια συνολική επισκόπηση των προσωπικών μου προτιμήσεων ήταν που διαπίστωσα δια στόματος άλλων πως οι ιστορίες οι οποίες με ελκύουν χαρακτηρίζονται από το φιλοθεάμον κοινό ως «βαριές».

Χωρίς να υποτιμώ καθόλου το κιλό ως μονάδα μέτρησης, μετά από λίγη παραπάνω σκέψη, κατέληξα ότι η εν λόγω φράση μου προκαλεί έντονη αποστροφή. Υπογραμμίζει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την πραγματιστική διάσταση την οποία αρέσκομαι να δίνω, σχεδόν ντετερμινιστικά, ακόμα και στις πιο αέρινες προεκτάσεις των προτιμήσεών μου.

Με προκαλεί, επίσης, να επαναξιολογήσω τη θέση των ιστοριών αυτών στη ζωή μου. Με κάνει να θέλω να απαλλαγώ από όλες ανεξαιρέτως τις μονάδες μέτρησης και να εστιάσω στην ουσία των πραγμάτων: λίγη χαρά, πολλή χαρά, ελαφριά ιστορία, βαριά ιστορία, μπόλικη θλίψη, ελάχιστη θλίψη. Πέρα από τους αναλογικούς υποτίτλους και στην προέκταση των σκηνοθετικών υποσημειώσεων, η ζωή, εν τέλει –τουλάχιστον όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι– δε μοιάζει να είναι παρά μια διαρκής μίξη στιγμών χαράς και θλίψης, στην οποία παρεμβάλλεται η διδακτική της αναμονής με έντονο το στοιχείο της τυχαιότητας ως προς τα επιμέρους μεγέθη.


Όσο για τις ιστορίες μας, απελευθερωμένη από την κανονιστική μου τάση να προσδίδω περίπλοκους ορισμούς σε απλά πράγματα, εφεξής λέω να κρατήσω τούτο: όσο εκείνες επιδεικνύουν επιδέξια την αξία τους μέσα από τη σεναριακή τους πλοκή, εμείς –μικροί και επίπεδοι ως είμαστε– συχνά αρεσκόμαστε στο να αναζητούμε επιβεβαίωση αναλώνοντας το βλέμμα μας στους τίτλους τέλους.. 
Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013 0 comments

Περί Αλλαγής

Σε ένα απροσδόκητα εμφανές σημείο της Σχολής στην οποία φοιτώ, σε ένα χώρο ο οποίος αποτελεί μεσοδιάστημα του διαδρόμου και του απόπατου, βρίσκεται γραμμένο -με ανεξίτηλο μαρκαδόρο- ένα (μάλλον παράξενο, ή έστω παρεξηγήσιμο) μήνυμα:

«Είμαστε αυτό που κάνουμε για να Αλλάξουμε αυτό που είμαστε»

Με το πέρας των μηνών, κι αφού οι μεταπτυχιακές σπουδές προκάλεσαν (μεταξύ άλλων, και) τη φιλοσοφική διάθεσή των συμφοιτητών μου, το μήνυμα αυτό απέκτησε πλειάδα υποστηρικτών, και δη ένθερμων. Δε φταίει η άμοιρη η φοιτητιώσα νεολαία: το πνευματικό τυράκι ήταν εξαιρετικά μυρωδάτο και ήθελε μπόλικο σθένος για να του αντισταθείς.

Θες χάρη στο κεντρικό του νόημα; («η Αλλαγή, αχ, η Αλλαγή»). Θες επειδή βιώνουμε τα ετεροχρονισμένα απόνερα της πνευματικής μας Τουρκοκρατίας; Το αποτέλεσμα παραμένει, και οι θιασώτες ουκ ολίγοι. Και παρ’ ότι δεν εκκλήθην να τοποθετηθώ δημοσίως (ώστε να έχω, τουλάχιστον, μια δικαιολογία για τη –μονίμως– αιρετική μου διάθεση), δεν κατάφερα να συγκρατήσω το πνευματικό μου βαγονάκι από το να διατρέξει –για ακόμα μία φορά– επικίνδυνα τολμηρές ατραπούς.

Πώς, όμως, να συγκρατήσω κι εγώ την εγκεφαλική μου τρικυμία εμπρός σε μια τέτοια απροκάλυπτη νοηματική πρόκληση; Διότι, η δήλωση και μόνον είναι φρικτά ντετερμινιστική: φιλοδοξεί να εξηγήσει πλήρως, και σε δέκα μόλις αράδες, το «τι είμαστε» (όχι το «σε τι μοιάζουμε», ούτε το «πού βαδίζομεν», όχι… σε όλα!), δίχως περιθώρια ούτε για εξαιρέσεις, ούτε για παρερμηνείες. Δεν αφήνει καν ανοικτό το ενδεχόμενο λάθους: «ίσως να είμαστε…». Δεν ασκεί το δημοκρατικό της δικαίωμα σύμφωνα με το οποίο είναι πιο πολιτικά ορθό να αναφερθεί πως «κάποιοι από εμάς, είναι…». Είμαστε ότι η φράση λέει πως είμαστε, διότι ο γράφων έχει περισσό θράσος, και ο τοίχος τη δική του υστερία. Κι όποιος διαφωνεί, αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του. Δεν αποκλείεται, δε, να λάβει μέσω ταχυμεταφοράς μια χύτρα ξεχειλίζουσα από εύφλεκτο αναρχικό χυλό.

Κι είναι κι ο Αντίλογος που κοχλάζει μέσα μου λες και πνίγεται στην πλειάδα των επιχειρημάτων του: δε μου επιτρέπει επ’ ουδενί να τον αγνοήσω. Διότι ο (καθ’ όλα σοβαρός και διόλου συνεπαρμένος) Αντίλογος δεν πιστεύει πως υφίσταται ανθρωπογενής αλλαγή ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής απόφασης, όσο στοχασμένη κι εάν αυτή τυγχάνει: τουλάχιστον όχι ως προς τα βαθύτερα ένστικτα του ατόμου, και σε καμία περίπτωση ειλημμένη ελαφρά τη καρδία. Και όταν εννοώ αλλαγή, δεν αναφέρομαι –προφανώς– στην αλλαγή μιας απλής συνήθειας όπως η οδική διαδρομή για το γραφείο ή (ακόμα και) ένας σύντροφος. Εννοώ τον πραγματικό, ειλικρινή, άνευ πισωγυρίσματος και εξαιρέσεων, βαθύ ψυχικό μετασχηματισμό: να σταματήσω να είμαι κάτι από όσα είμαι και να γίνω κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό, ο Αντίλογός μου, δεν το αποδέχεται. Και μαζί του δεν το αποδέχομαι κι εγώ.

Γιατί, όμως, να μην αποδέχομαι την Αλλαγή; Μήπως μια τέτοια άποψη βασίζεται στην εγγενή μου τάση «να βλέπω το ποτήρι μισοάδειο»; Ή μήπως έχω απολέσει κάθε ελπίδα απέναντι στην ανθρώπινη φύση, αποκλείοντας (τα πασίγνωστα) περιθώρια αυτοβελτίωσης, είτε από προκατάληψη είτε από κακεντρέχεια εμπρός στην προσωπική μου αστοχία;

Δεν αντιλέγω: σίγουρα ένα από τα πιο βασικά μειονεκτήματά μου είναι η τάση μου να δραματοποιώ τις καταστάσεις, περιγράφοντάς τες με τα πλέον μελανά των χρωμάτων. Δεν έχω χάσει την ελπίδα μου στον άνθρωπο, όμως: απόδειξη ότι, καθώς μεγαλώνω, ασχολούμαι ολοένα και περισσότερο μαζί του – να τον καταλάβω, να επικοινωνήσω, να του εξηγήσω, να εκτεθώ σε διάφορα επίπεδα. Άρα, μάλλον αντιδρώ επειδή έχω αναπτύξει κάποιο επιχείρημα. Όπως και ο Αντίλογός μου, ο οποίος εάν είχε δικαίωμα ψήφου θα συμμεριζόταν το συλλογισμό μου.

Δεν υπάρχει, που λες, Αυτόβουλη Αλλαγή. Και υπογραμμίζω το Αυτόβουλη, διότι θεωρώ εξαιρετικά πιθανό το φαινόμενο (όχι απλώς του μετασχηματισμού, αλλά) της καταβαράθρωσης του αξιακού συστήματος (άρα και της ψυχοσύνθεσης) του ανθρώπου υπό συνθήκες εξωγενών πιέσεων ψυχολογικής φύσεως. Όπως για παράδειγμα το μακροχρόνιο εγκλεισμό, τη συμμετοχή σε ένα (αιματηρό ή μη) πολεμικό συμβάν, την απειλή της ζωής του ανθρώπου (ή των αγαπημένων του), το αίσθημα του απόλυτου αδιέξοδου κοκ. Τέτοιας δυναμικής εμπειρίες σε αλλάζουν δίχως να το επιθυμείς. Οδηγούν το μυαλό σου σε μονοπάτια δύσβατα χωρίς να το έχεις επιλέξει. Θα θεωρηθείς, δε, τυχερός εάν, κάποια στιγμή, καταφέρεις να συνειδητοποιήσεις το μέγεθος της μεταστροφής την οποία έχεις βιώσει, πραγματοποιώντας τη σχετική σύγκριση.

Δε μιλώ, που λες, γι’ αυτή την Αλλαγή. Ούτε η φράση στην οποία αντιτίθεμαι υπονοεί αυτού του επιπέδου την Αλλαγή. Μιλώ για την Αλλαγή ως αποτέλεσμα λήψης απόφασης σε (σχετικά) κανονικές συνθήκες πίεσης (και θερμοκρασίας). Αυτή, λοιπόν, η Αλλαγή, για εμένα, δεν υπάρχει: αγγίζει τα όρια του Αστικού Μύθου, και ως προϊόν μυθοπλασίας επιβάλλεται να εκδιωχθεί από τη σφαίρα του επιστητού, κάνοντας χρήση ενός απλού παραδείγματος.

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, διακατέχομαι από εξαιρετικού βεληνεκούς εγωιστικές τάσεις. Ως παιδί, δε μοιραζόμουν τα παιχνίδια μου. Ως έφηβη, δε δάνειζα τους κονδυλοφόρους μου. Ως ενήλικας, δε θα σε αφήσω να βγεις στην Κηφισίας από τον Παράδρομο του Ψυχικού (εκτός εάν οδηγείς Ασθενοφόρο ή Πυροσβεστικό Όχημα). Ως γνήσιο μοναχοπαίδι, μάλιστα, με διακρίνει μια εγωπάθεια τέτοιου μεγέθους, ώστε νιώθω πως όλες οι συζητήσεις με αφορούν.  Ως εκ τούτου, νιώθω άνετα διαμορφώνοντας (αυθαίρετες) απόψεις επί παντός επιστητού, γεγονός το οποίο καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τους άλλους να με πείσουν ότι (συχνότατα!) σφάλω. Εάν, δε, μου ζητήσεις κάποια προσωπική εκδούλευση, η πρώτη μου σκέψη είναι ότι απώτερος σκοπός σου είναι να με εκμεταλλευτείς. (σσ. Όσο ξαναδιαβάζω αυτές τις γραμμές, συνειδητοποιώ ότι μάλλον είμαι ένας φρικτός άνθρωπος…!)

Κι όμως, όσο περνούν τα χρόνια, ο περίγυρός μου αντιλαμβάνεται ολοένα και σπανιότερα τέτοιου είδους συμπεριφορικές τάσεις από εμένα. «Με τα χρόνια αλλάζεις», μου λένε. «Με τον καιρό βελτιώνεσαι», σχολιάζουν. «Μπράβο που διορθώθηκες!», συμπληρώνουν οι πιο ενθουσιώδεις. Κι όμως, αγαπητέ Αναγνώστη, σε βεβαιώ: όπως ήμουν δέκα χρόνια πριν, όπως ήμουν είκοσι χρόνια πριν, έτσι ακριβώς είμαι και σήμερα που διανύω την τρίτη δεκαετία της ζωής μου. Το ίδιο εγωπαθής. Το ίδιο εριστική. Το ίδιο ψωροπερήφανη. Δεν έχει αλλάξει κάτι στη βάση της ψυχής μου αφού, μέχρι και σήμερα, κάθε φορά που κάποιος φίλος μου ζητά να τον «πετάξω» κάπου με το αυτοκίνητο, μου αποδίδω τον (καθ’ όλα αργκό και συχνά παρεξηγήσιμο) τίτλο του «ταρίφα». Σε βεβαιώ, είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Κι όμως, κάτι δείχνει να έχει μεταστραφεί…

Αυτό που έγινε μέσα μου δεν ήταν Αλλαγή. Ήταν, μεν, Αυτόβουλη Ενέργεια, αλλά όχι Αλλαγή. Ήταν μια Ενέργεια, η ανάγκη για την πραγμάτωση της οποίας υπογραμμίστηκε (και υπογραμμιζόταν για χρόνια) από τον περίγυρό μου και ήρθε στο προσκήνιο σταδιακά:
  1. Η επανάληψη του μηνύματος από τους άλλους ανθρώπους («σταμάτα, επιτέλους, να νιώθεις ότι…» / «δεν καταλαβαίνεις πως…») εντυπώθηκε (με τα πολλά!) στο μυαλό μου ως ανάγκη για αξιολόγηση.
  2. Η αξιολόγηση οδήγησε στη συνειδητοποίηση («Κοίτα να δεις που όντως είμαι / κάνω / δείχνω έτσι»).
  3. Η συνειδητοποίηση έθεσε το ζήτημα της επαναξιολόγησης. Επαναξιολόγηση (για εμένα και για όσους με βοήθησαν να αποσαφηνίσω τον όρο) σημαίνει (στην πράξη) «Τσακώνομαι με τον εαυτό μου».
  4. Κι αφού, λοιπόν, «τσακωθείς αρκετά», έρχεται η ώρα να Αποφασίσεις αναφορικά με το εάν και το πώς θα Ενεργήσεις.
Η, δε, Ενέργεια, δε συνιστά Αλλαγή: όσο κι αν νομίζεις εαυτόν παντοδύναμο (και ενίοτε αρκετά άφθαρτο ώστε να κυκλοφορείς στην Πορεία δίχως πουλόβερ έχοντας στο κατόπι σου την Ελληνίδα-μάνα), σε βεβαιώ ότι, από μόνος σου, είσαι ανίσχυρος να επιφέρεις στον εαυτό σου την οποιαδήποτε βαθειά μεταβολή χάριν ενός στείρου αυτό-μαλώματος. Αυτό το οποίο μπορείς, όμως, να κάνεις είναι να προασπίσεις τα συμφέροντά σου. Ας βάλουμε, λοιπόν, μπροστά το λογικόν του πράγματος...

Πώς προασπίζει κάποιος τα συμφέροντά του;
Εξαρτάται από ποιον πλήττεται: από τον εαυτό του ή από κάποιον τρίτο;
  • Εάν πλήττεται από κάποιον τρίτο, καλό θα ήταν να τον αντιμετωπίσει (ή έστω να τον αποφύγει) ώστε να εξαλείψει την απειλή
  • Εάν, όμως, βάζει μόνος του τρικλοποδιές στον εαυτό του, οφείλει (στην ψυχική του υγεία) να ελέγξει την πηγή τους, η οποία δεν είναι άλλη από τα Ένστικτά του
Πώς, όμως, να ελέγξεις τέτοιου είδους Ένστικτα, ημιτελής και γήινος ως νιώθεις (και πιθανότατα είσαι); Ακούγεται πολύπλοκο κατ' αρχήν, όμως η κεντρική ιδέα είναι (μάλλον) απλή. Αξιολογείς τα θετικά και τα αρνητικά μιας κατάστασης, και ρωτάς τον εαυτό σου: Τι θα σου έκανε περισσότερο καλό, εν τέλει; Να περιορίσεις τις εγωιστικές σου ορμές, ή να αφήνεσαι διαρκώς έρμαιο των ακυβέρνητων συναισθημάτων σου;

Σε αρκετές από αυτές τις περιπτώσεις, τα ερωτήματα αποδεικνύονται ρητορικά. Σε κάποιες άλλες, όμως, απαιτείται (σημαντική και συχνά αξιαίπενη) προσπάθεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Προσπάθεια για Έλεγχο δε συνιστά πραγματική Αλλαγή. Μιλάμε πάντα για Αυτοέλεγχο, πχ: 
  • Για την προσπάθεια την οποία ξεκίνησα να κάνω κάποια (όχι πολλά) χρόνια πριν ώστε να μην ειρωνευτώ το φίλο ο οποίος χρειάζεται τον κονδυλοφόρο μου
  • Για τη διαρκή προσπάθεια την οποία καταβάλω ώστε να ακούω περισσότερο απ’ όσο μιλάω (δύσκολος έλεγχος αυτός, δυσκολότερα επιτυγχάνεται - τουλάχιστον στην περίπτωσή μου)
  • Για τον έλεγχο τον οποίο επιβάλλεται να εφαρμόσω εφεξής στις αυθόρμητες φραστικές αντιδράσεις μου, οι οποίες αποδεικνύονται εξαιρετικά (έως μίζερα) επιθετικές και καταστροφικά ψυχοφθόρες τόσο για εμένα όσο και για τους αγαπημένους μου
Δεν είναι λίγες οι στιγμές στις οποίες έχω αναφερθεί στο μηχανισμό αυτοβελτίωσης του ανθρώπου, ως όχημα για την πνευματική και ψυχική του υγεία. Σήμερα τείνω να αναθεωρήσω: ο άνθρωπος δεν έχει (ούτε είναι σε θέση να αναπτύξει) έναν τόσο φιλόδοξο μηχανισμό Αυτόβουλης Αλλαγής. Η μόνη του δυνατότητα ώστε να αντιμετωπίσει τους κινδύνους της προσωπικής του αρένας είναι να αναπτύξει και να εξελίξει τις άμυνές του. Κι αυτές δεν είναι άλλες από τις προεκτάσεις του αυτοελέγχου του.

Ενός αυτοελέγχου εφαρμοζόμενου σε μια αρένα μέσα στα τείχη της οποίας έχω αποτύχει πολλάκις (και θα συνεχίσω να αποτυγχάνω) για χρόνια, αενάως χαρακτηρισμένη ως «φύση συναισθηματικά ακατέργαστη». Μια αρένα στην οποία θα κατεβάζω το σπαθί μου αδιαλείπτως, «μέχρι να χυθεί αίμα». Μια αρένα για την οποία θα σου μιλώ με τα γλαφυρότερα των χρωμάτων, έως ότου καταφέρεις να συνειδητοποιήσεις κι εσύ ότι:

«Είμαστε αυτό που κάνουμε για να Ελέγξουμε αυτό που είμαστε»
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013 2 comments

Hearthstone

Εστία!
Η θεότητα της οικογενειακής ζωής. Η προστάτιδα των «μη εν δήμω». Η διαφυλάξασα του άρτου ημών του επιούσιου. Η ισοβίως παρθένα. Αυτή που δεν κατοίκησε τον Όλυμπο παρά για λίγο, προτού να τύχει βίαιου διωγμού από το Διόνυσο: πού μυαλό για ζεστές σούπες στο τσουκάλι όταν ρέει άφθονος ο -ευφραίνων καρδίαν- οίνος...

Ετυμολογικά, που λες, ο όρος «Εστία» περιλαμβάνει τόσο τον οίκο, όσο και τους κατοίκους του: ένα συνονθύλευμα από τούβλα και πνοές συνθέτουν στην ψυχή του ανθρώπου αυτό που ο καθείς αντιλαμβάνεται ως «το σπίτι του»...
  • Κάποιοι εστιάζουν στα τούβλα: σπίτι είναι τα ανάκλιντρα, το feng shui, οι μουσελίνες, η ζεστή μεριά του κρεβατιού, το τζάκι...
  • Άλλοι πάλι -πιο ρομαντικοί αυτοί- διαβλέπουν στιγμές διανθισμένες με χαμόγελα, αφουγκράζονται ήχων, μεθούν από μυρωδιές, συγχύζονται με ανθρώπους, διασκεδάζουν μαζί τους, διδάσκουν και παιδεύονται, εκνευρίζουν και ταράζονται, αγαπούν, ξεχνούν, απολαμβάνουν...
  • Κάποιοι «Τρίτοι», δεν έχουν να μνημονεύσουν τίποτε από τα παραπάνω: γι’ αυτούς σπίτι δεν είναι παρά μία στεγνή γωνία καλυμμένη από σακούλες, μια ζεστή μερίδα από τα χέρια ενός τυχαίου εθελοντή σ’ ένα Resto du Cœur, σαν ήρωες μιας σπάνιας σκοτεινής σκηνής σε φαρσοκωμωδία του Coluche.
Όλοι, πάντως, υποστηρίζουν τη σημαντικότητα της έννοιας αυτής, έκαστος με τον τρόπο του:
  • Κάποιες (λεύτερες;) ψυχές, προσμένουν διακαώς τη στιγμή οπότε και θα εγκολπωθούν (σωματικά και ψυχικά) στην «Εστίας τους» μετά την πίεση της ημέρας.
  • Κάποιες (σαράβαλες;) καρδιές, έφτασαν τη χάρη τους έως τις όχθες του ποταμού Ύφαση στην απέλπιδα προσπάθειά τους να πείσουν εαυτόν πως «όπου Γης και Πατρίς».
  • Όσο για εκείνες τις... «Τρίτες» ψυχές (αυτές οι οποίες καταλήγουν πάντα τελευταίες στο νου και τη συνείδηση του κόσμου – χωρίς κεφαλαίο Κ ο τελευταίος, μικρός σήμερα όσο ποτέ), δεν επιθυμούν παρά λίγη σταθερότητα: τη διατήρηση της ασφάλειας της γωνιάς τους (άντε κι ένα ζευγάρι ζεστές κάλτσες – τα παπούτσια θεωρούνται πολύτιμα στον κόσμο των Αστέγων).
Πρόσφατα, και καθώς με βασάνιζε η (υπό αίρεση) προσωπική μου διάσταση ως προς την έννοια της «Εστίας», βίωσα την απέραντη δυστυχία την οποία επιφέρει σε μία (πιθανότατα υπερευαίσθητη) ψυχοσύνθεση η διαπίστωση ότι υπολείπεται συνειδήσεως «Κλασικής Παιδείας».

Και δεν τοποθετώ το ζήτημα στο γνωστικό του επίπεδο: να είμαι, δηλαδή, σε θέση να εκφέρω μια ολοκληρωμένη άποψη στο πλαίσιο κάποιας υψηλού επιπέδου συζητήσεως περί των Αρχαίων (ή άλλων) Φιλοσόφων, ως μέλος μιας συνεστιάσεως αποτελούμενης από φαντασμένους («τύπου») διανοούμενους.
Πηγή της ψυχικής μου εντροπίας ήταν η συνειδητοποίηση ότι, κατά τα ευαίσθητα αναπτυξιακά μου χρόνια -στο πλαίσιο των οποίων επέλεξα να επενδύσω την ανερχόμενη «σοφία μου» (τρομάρα της!) στις Φυσικές Επιστήμες- αποστερήθηκα «κλασικών» πνευματικών και συναισθηματικών εμπνεύσεων, οι οποίες θα ενίσχυαν με μοναδικά αναντικατάστατο τρόπο την ενήλικη ψυχοσύνθεσή μου.

Ίσως, λέω ίσως…
εάν είχα εντρυφήσει περισσότερο στο «Περί Ψυχής» και λιγότερο στους «Μετασχηματισμούς Συχνότητας», να μου είχαν χρειαστεί λιγότερες από τρεις δεκαετίες ώστε να υποβαθμίσω την αιφνίδια έμπνευση της σάρκας, αφήνοντας χώρο στην ήρεμη δύναμη του πνεύματος.
εάν είχα απορροφήσει ψυχικά -έφηβη κι άμυαλα ρομαντική, ως ήμουν- το δίδαγμα του Γύγη, να είχα αφήσει νωρίτερα ανοιχτό το ενδεχόμενο ώστε ο άνθρωπος να είναι (και) φύσει κακός, άρα και ικανός για εξίσου ειδεχθείς πράξεις.
εάν είχα ακούσει για το Bowlby (και τη θεωρία του περί προσκολλήσεως και λοιπών αναπαραστάσεων), να είχα αναγνωρίσει εγκαίρως το γεγονός ότι εξελίχθηκα συναισθηματικά κάτω από το υπερπροστατευτικό φτερό της (αναμάρτητης) μητρός μου, και να μην αντιμετώπιζα δυσχέρειες ως προς την πραγμάτωση των βημάτων θέσπισης του προσωπικού μου προσανατολισμού.
είχα συνομιλήσει με δυο-τρεις Εργάτες από μια οικοδομή, να είχα διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν πως, δε μένει χώρος για τις πομπώδεις αράδες του Μαρξ καθώς προσπαθείς να στοκάρεις στο διάκενο μεταξύ της πέμπτης και της έκτης σκαλωσιάς, άρα και να μην επέλεγα να αποτελέσω ενσυνείδητο αγωγό του καπιταλιστικού σοκ. (ως άλλος ένας «ηλίθιος»!)

Από την άλλη, βέβαια, εάν όντως είχα αποκτήσει την πολυπόθητη «Κλασική Παιδεία» μεγαλώνοντας, αφήνω ανοιχτό το ενδεχόμενο ώστε πολλά από τα παραπάνω ζητήματα να είχαν πραγματωθεί λαμβάνοντας τελείως διαφορετική υπόσταση στο νου μου από την προαναφερθείσα, και να τα θεωρούσα σήμερα ήσσονος σημασίας (ή έστω «συνήθη»), εφόσον οι επιμέρους προβληματισμοί θα ανέκυπταν και θα απομυθοποιούνταν σταδιακά και στο χρόνο τους.

Πιθανότατα δε, η όλη ιδέα της «έλλειψης Κλασσικής Παιδείας» να αποκτά σήμερα στο μυαλό μου υπέρτατη σημαντικότητα διότι, στο πλαίσιο της (σκανδαλωδώς πρόσφατης) συνειδητοποίησής μου, διογκώνω εξαιρετικά το φαινόμενο, αυθυποβαλλόμενη συνειδητά (και ανελέητα) στο Σισύφειο Μαρτύριο της εκτυφλωτικής προβολής των νέων μου προσδοκιών προς τη γωνιά του παρελθόντος μου, σε μια ύστατη προσπάθεια να μεταθέσω «στα αζήτητα» τυχόν τωρινές (ή μελλοντικές) ευθύνες μου.
Όμως, μια και η εν λόγω ευθύνη, όπου κι αν τη μεταθέσω, δείχνει να επιμένει μέσα στο μυαλό μου (ζωντανή και επίκαιρη όσο ποτέ), θεωρώ πως δεν της αξίζει να σφραγιστεί στο χρονοντούλαπο, όπως δε μου αξίζει να υποφέρω, επιλέγοντας να μείνω αυτοβούλως άπραγη.

Τι κι αν...
...χρειάστηκε να αγγίξω εμπράκτως (και όχι με τη σκέψη) τη διαπίστωση πως «μάλλον μεγάλωσα» ώστε να αρχίσει να με προβληματίζει συνειδητά η έννοια της συντροφικότητας;
...κοιτώ ακόμη, βουβή ακροάτρια, με άκρατο θαυμασμό όσους μνημονεύουν λέξεις Σοφών, σπουδαία Κλασικά έργα και φιλοσοφικές ρήσεις;
...νιώθω αργοπορημένα φωτισμένη μπροστά στη φύση των ανθρώπων και την ισοπίθανη ικανότητά τους για το καλύτερο και το χειρότερο;
...εντρυφώ τώρα -με απόλυτη καθυστέρηση- σε κάθε έναν από τους τριάντα-επτά διαφορετικούς τρόπους να σε ξεγελάσει με τις λέξεις και τη συλλογιστική του ένας πεπειραμένος σοφιστής;

Τελικώς, κι επειδή η «Θετική μου Παιδεία» (την οποία κατάφωρα αδίκησα) μου έμαθε να συνάγω συντόμως και άμεσα (και όχι μακρηγορώντας και εμμέσως), προσδίδοντας στις έννοιες την πρακτική τους υπόσταση, καταλήγω στην εξής (εμπνευστική, θεωρώ) σκέψη:
Ποτέ δεν είναι (ούτε πρέπει να θεωρείται) αργά ώστε να εκκινήσει ο μηχανισμός αυτό-βελτίωσής σου – ο μόνος μηχανισμός ο οποίος σου προσφέρει ειλικρινώς (και άνευ όρων) τη συγχώρεσή του όπως ο Πατήρ, αγκαλιάζοντάς σε ζεστά και ισότιμα ότι χρώματος Πρόβατο κι εάν είσαι, προσφέροντάς σου κατάλυμα όταν το χρειάζεσαι και χώρο όταν τον ζητήσεις.

Λέγοντας αυτά, μία και μόνη ευχή ας συνοδεύσει τη Νέα μου Χρονιά:
Να καταφέρω να αποδεχτώ το γεγονός ότι είμαι από τους ανθρώπους οι οποίοι ταξιδεύουν την ψυχή τους με μόνη αποσκευή την προσωπική τους αντίληψη γύρω από το «τι είναι Εστία».
Κι ακόμα, αν μείνει χρόνος, θέλω να μάθω να καλοδέχομαι (και να μην ταλαιπωρώ πια) τους αξιέπαινα υπομονετικούς ανθρώπους οι οποίοι (επί σειρά ετών και πέρα από τις εποχές), με έχουν αποδεχθεί ως έχω: άκρως ημιτελή και εξαιρετικά φιλοπερίεργη.

Ελπίζω ότι θα τα καταφέρω...
Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012 2 comments

Εικονική Πραγματικότητα

Τα μεγαλύτερα διαστήματα σιγής τα διαδέχεται ισχυρότατη εκφραστικότητα, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που οι μετασεισμοί συχνά επιφέρουν πιο καταστροφικά αποτελέσματα από το κύριο σεισμικό γεγονός. Ή, τουλάχιστον, κι επειδή δεν είναι δίκαιο για ένα αξιολογότατο φυσικό φαινόμενο όπως είναι ο σεισμός να υφίσταται αντιπαραβολής με δυο στεγνά στιχάκια ή ένα τσιριχτό ρεφρέν, θα περιορίσω την ανωτέρω αυθαίρετη αντιπαραβολή στο προσωπικό (και άκρως αδιάφορο) επικοινωνιακό μου σύμπαν.

Τους τελευταίους μήνες, λοιπόν, το (πασίγνωστο πια) βαγονάκι του μυαλού μου τρίζει πιο δυνατά από ποτέ στην προσπάθειά του να διασχίσει τους συρμούς της (θεωρητικά ευαίσθητης) ανθρώπινης φύσης.

Ολοένα και συχνότερα, διαδρομές οι οποίες στο παρελθόν έμοιαζαν στα μάτια μου ιδανικές, καθώς δεν έφερναν στο νου παρά εικόνες από ειδυλλιακά τοπία και επίγειους παραδείσους, σήμερα έχουν μετασχηματιστεί σε σκοτεινές σπηλιές σαν εκείνες από τις οποίες περνά το τρενάκι του τρόμου: μπαρόκ στιγμές γεμάτες σκιώδεις παρουσίες, ανατριχιαστικοί ήχοι και η ατέρμονη ανυπομονησία του επιβάτη για το τέλος της διαδρομής. Σε μια από αυτές τις διαδρομές ήταν που με συνέλαβε μια σκέψη η οποία μου στέρησε τον ύπνο για εβδομάδες: «Εικονική Πραγματικότητα»…

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο παραπάνω όρος, παρ’ ότι κατ’ αρχήν τεχνικός -ως αναφερόμενος στην επιστήμη των υπολογιστών- έχει απαιτήσει σχεδόν απροκάλυπτα την παρεμβολή της Φιλοσοφικής Κοινότητας η οποία, κάπου ανάμεσα σε συστημικούς όρους και κουραστικά τυπολόγια, εισήγαγε στον ορισμό της Εικονικής Πραγματικότητας προτάσεις όπως η παρακάτω: 

«Η ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε ένα συνθετικό περιβάλλον αντί για την εξωτερική παρατήρηση ενός τέτοιου περιβάλλοντος» (M. Gigante, 1993)

Ας το αναλύσουμε λίγο…

Υπάρχει, λοιπόν, ένα περιβάλλον. Συνθετικό περιβάλλον. Αποτελείται, δηλαδή, από άτομα, αντικείμενα και συνθήκες (ή διαδρομές). Και υπάρχουμε κι εμείς. Νοήμονα όντα τα οποία έχουμε τη δύναμη της γνώμης μας και την αξία της επιλογής μας, θέτοντας τον εαυτό μας σε μια πλειάδα σχετικών θέσεων απέναντι στο εν λόγω περιβάλλον: απέναντι από αυτό, μπροστά του, μέσα σε αυτό κοκ.

Αναφορικά με το εν λόγω Περιβάλλον, λοιπόν, εμείς, τα Όντα, έχουμε δύο επιλογές: είτε να το παρατηρούμε (αντιμετωπίζοντάς το ως εργαστηριακό φαινόμενο και αναλύοντας τα δεδομένα του in vitro) είτε να συμμετέχουμε ενεργά σε αυτό (και να αλληλεπιδράσουμε μαζί του διαπιστώνοντας, ιδίοις όμμασιν, τις πραγματικές του διαστάσεις). Η συζήτηση θα είχε ολοκληρωθεί (άδοξα) σε αυτό ακριβώς το σημείο, εάν δε συμμετείχε στον παραπάνω ορισμό η εξής (πονηρή, κατ’ εμέ) λέξη: ψευδαίσθηση.

Υπάρχει, δηλαδή, και μια τρίτη (πιο «σκοτεινή») εναλλακτική: δε μελετώ το περιβάλλον πίσω από την ασφάλεια του μικροσκοπίου μου, ούτε και συμμετέχω ενεργά σε αυτό εκτιθέμενος στους πραγματικούς του κινδύνους. Βιώνω αποκλειστικά και μόνο την ολοκληρωμένη ψευδαίσθηση της συμμετοχής μου σε αυτό.

Δηλαδή, στην πράξη, εκτίθεμαι σε μια κατάσταση-κλώνο ενός πραγματικού γεγονότος. Μην έχοντας να αντιμετωπίσω διαδραστικές καταστάσεις, ουσιαστικά συγκρούομαι με τον εαυτό μου, επιβαρύνομαι με το ψυχολογικό φορτίο το οποίο το περιβάλλον έχει προς διάθεσιν χωρίς, όμως, να κατασταθεί σαφές (ούτε από εμένα προς το περιβάλλον αλλά ούτε κι από το περιβάλλον προς εμένα) ότι, ακόμα κι αν ξεπεράσω τις δυσκολίες ολοκληρώνοντας κάποια διαδρομή του, κατ’ ουσίαν δεν έχω προοδεύσει. Γιατί δεν έχω προοδεύσει; Διότι το περιβάλλον είναι… Εικονικό: «Συγχαρητήρια Παίκτη 1! Περάσατε την πίστα 52! Σας χαρίζουμε μία ζωούλα ακόμα για το επόμενο επίπεδο, καθώς και δύο μαγικά φίλτρα για όταν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσετε το Δράκο!»

Γιατί, όμως, κάποιος να επέλεγε συνειδητά την ψευδαίσθηση; Δεν καθίσταται σαφές ότι αποτελεί την (ουχί μακαρία) οδό της ταλαιπωρίας, άσκοπη όσο και άστοχη; Κι όμως: η ψευδαίσθηση έχει ένα εξαιρετικά δελεαστικό συγκριτικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα για αποποίηση της ευθύνης. «Ο Όφις με εξαπάτησε. Η Εύα με κορόιδεψε. Δάγκωσα το μήλο ασυναίσθητα. Ήλπισα στη φώτιση του Δέντρου της Γνώσης.»

Κοινώς, η ψευδαίσθηση καταφέρνει, με το ένα ή το άλλο επικοινωνιακό τρικ, να μασκαρευτεί σε ανθρώπινη αδυναμία (και, ως τέτοια, να τύχει συγχώρεσης) διότι μπορεί να συνδυαστεί με πλειάδα σύγχρονων «μικρής εμβέλειας ψυχασθενειών» όπως η διατήρηση της ελπίδας, η προβολή των επιθυμιών μας στους άλλους και οι προσωπικές μας προσδοκίες.

Εμμέσως πλην σαφώς, λοιπόν, ο Φιλόσοφος-Επιστήμων μας δήλωσε απροκάλυπτα ότι βιώνουμε τις ψευδαισθήσεις μας με απόλυτη συναίσθηση, αγνοώντας την εναλλακτική να κρατήσουμε τις αποστάσεις μας. Άρα δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αδυναμία χαρακτήρα, αλλά για προσωπική επιλογή. Δε φταίνε, λοιπόν, οι άνθρωποι που -λόγου χάριν- ζητούν λίγα (και συχνά πολύ συγκεκριμένα) πράγματα από εσένα: φταις εσύ που επιλέγεις να ζήσεις με την ελπίδα της ψευδαίσθησης ότι μπορεί να επιθυμούν κι άλλα (δηλαδή περισσότερα).

Έχω καταλήξει ότι δεν υπάρχει άσπρο ή μαύρο σε κανένα ζήτημα: όλα είναι θέμα προοπτικής και επιλογής. Παρ’ ότι, λοιπόν, συχνά χρειάζεται προσπάθεια για να ισορροπήσω ανάμεσα στην ευαισθησία και τη λογική μου, διαπιστώνω πως πραγματικά αξίζει τον κόπο να καταβάλλω την αναγκαία προσπάθεια ώστε να απορρίψω διαπαντός την ψευδαίσθηση.
Στον υψηλό πυρετό, άλλωστε, χορηγούμε αντιπυρετικό και όχι placebo. Γιατί να κάνουμε το αντίστροφο όταν πρόκειται για την ψυχική μας υγεία;