Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012 1 comments

Πώς σκίστηκε η Κουρτίνα

Εχθές το βράδυ, δύο Αναρχικοί σουλατσάρησαν τα σοκάκια της Πλατείας Καρύτση. Κρατώντας αόρατα πλακάτ, σαν σε απροσδιόριστου ύφους χορόδραμα, διαδήλωσαν στη μέση του δρόμου υπέρ του αναφαίρετου δικαιώματος στην Ελεύθερη Έκφραση.

Ποδοπάτησαν το οδόστρωμα με ταχείς και βίαιους ρυθμούς, σχεδόν απάνθρωπα, δίχως καν στάση: τα τσιγάρα ανάμεναν σβηστά, τα βλέμματα υπόμεναν βουβά, οι μουσικές παρέμεναν υπόκωφες, η ανεξάρτητη εξάρτηση επέμεινε.

Τους παρατηρούσα αχόρταγα, ασφαλώς τοποθετημένη πίσω από την καλυμμένη γύμνια της Κουρτίνας μου, μέχρι που οι σκιές τους απορροφήθηκαν από τη σκοτεινή γωνία του δρόμου.

Μέτρησα, για δευτερόλεπτες ώρες, τις σκέψεις μου. Τις ξαναμέτρησα.
Κι όμως, κατά βάθος...κάπου υπάρχει λάθος...
Δε συμφωνούσαν ούτε οι μέσοι όροι, ούτα τα επιμέρους αθροίσματα!

Αναγνωρίζοντας το παράδοξον του θέματος, τελικώς, τους ευλόγησα.
Ταυτοχρόνως, συνειδητοποιούσα με τρόμο ότι: όσο κάποιοι άνθρωποι σκέπτονται τους φόβους τους, κάποιοι άλλοι απλώς φοβούνται τις σκέψεις τους.

Έτσι έγινε, που λες, και σκίστηκε η Κουρτίνα…
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007 0 comments

Όλα συνέβησαν χθες βράδυ...

Όλα συνέβησαν χθες βράδυ...

 Μια σύντομη ύπαρξη κουκουλωμένη ανάμεσα στις αναμνήσεις του παρελθόντος και τις απαιτήσεις του παρόντος, χωρίς μέλλον, αναζητούσα ζεστασιά ικανή να αντιμετωπίσει τον πυρετό της μοναξιάς μου. Έψαχνα θέρμη στους ανθρώπους που με τριγυρίζουν, στους ανθρώπους που απλά περιφέρονται στον περιβάλλοντα χώρο, στους ανθρώπους που θα ήθελαν να περιφέρονται αλλά τους έχω αποκλείσει και σε όσους δεν επιθυμώ πλέον να νιώθω την ύπαρξή τους κοντά μου. Έτσι, ανάμεσα στη λίστα των ονομάτων, των αστείων περιγραφών και των αναμνήσεων έκανα μια σπουδαία ανακάλυψη: υπήρχε ένα όνομα που δεν τριγύριζε, που δεν περιβαλλόταν, που δεν είχε αποκλειστεί – ένα όνομα υπήρχε.

Ζαλισμένη από τον πυρετό, αποκαμωμένη από το βήχα και απογοητευμένη από τη θεραπευτική δύναμη των οιονδήποτε υγρών και στερεών φαρμάκων του εμπορίου, βούτηξα λαίμαργα το χέρι μου στο σακούλι των αναμνήσεων για να μάθω κι άλλα πράγματα γι’ αυτό το μυστηριώδες όνομα το οποίο είχε καταφέρει – παρά τις αντιξοότητες και το ατίθασο του χαρακτήρα μου – να παραμείνει μέσα μου και στην πρώτη διαθέσιμη στιγμή απόλυτης αδυναμίας μου να θριαμβεύσει πανηγυρικά.

Τότε ήταν που θυμήθηκα τα γεγονότα εκείνα του Μαρτίου. Όταν η Ελπίδα Μαρού – δηλαδή εγώ – αντίκρισε για πρώτη φορά τις πύλες της μεγάλης εταιρίας – αδιάφορων λοιπών στοιχείων – στην οποία μόλις είχε προσληφθεί. Ο χώρος μου φάνηκε χαοτικά μεγάλος, οι άνθρωποι τρομακτικά απρόσιτοι και ο δρόμος για να ενσωματωθώ σε αυτό που αποκαλούν εργασιακό περιβάλλον απρόθυμα δύσβατος. Είχα οπλιστεί όμως με πίστη και με την πεποίθηση ότι ακόμη κι εάν δεν αλλάξω τον εργασιακό μου κόσμο, ακόμη κι αν χρειαστεί να τους ανέχομαι για πολλά χρόνια ακριβώς όπως ήταν τότε, θα αλλάξω σίγουρα την υπόστασή μου σε κάτι περισσότερο ευέλικτο που να μου αφήνει περιθώρια εξέλιξης: να γίνω κάτι, να είμαι κάτι, να σταματήσω να νιώθω ένα τίποτα. Όμως αυτό είναι μια άλλη κουβέντα που θα σας την πω μια άλλη στιγμή. Τώρα ας προσηλωθώ στο ζαλισμένο θριαμβευτή των ονείρων μου...

Το Μάρτιο λοιπόν, τελείωναν με αργά και σταθερά βήματα οι κρύες ημέρες του χειμώνα που τόσο μας είχε ταλαιπωρήσει κι αφού οι δεν είχαμε πια τίποτε άλλο ταλαίπωρο να αντιμετωπίσουμε, αποφασίστηκε άνωθεν πως η Ελπίδα Μαρού οφείλει να παρακολουθήσει μια σειρά επιμορφωτικών σεμιναρίων ώστε να αφομοιώσει ταχύτερα τα βασικά στοιχεία της θέσεως στην οποία τοποθετήθηκε. Έτσι κι έγινε και το γλυκό παραμυθάκι που με περιορισμένη νοσταλγία σας διηγούμαι την οδήγησε στο κτήριο εκπαίδευσης της μεγάλης εταιρίας: ένα ολοκαίνουριο εικαστικό κακούργημα στη μέση του πουθενά, με απρόσιτα ταβάνια και χαμηλές θερμοκρασίες, ικανό να σε κάνει να νιώθεις όσο πιο μικρός γίνεται απέναντι στο «μεγαλείο» της επιφανειακής γνώσης που σου προσφερόταν μέσα του. Ως γνήσια εκπρόσωπος της μερίδας της ανθρωπότητας που δύσκολα ικανοποιείται, το αντιπάθησα από την πρώτη στιγμή.

Σε αυτό το κομβικό σημείο της ιστορίας είναι που εισάγονται διάφορα νέα ονόματα εκ των οποίων περιέργως αυτή τη στιγμή δε θυμάμαι ούτε ένα – και δε νιώθω καμία τύψη γι’ αυτό – εκτός από ένα.

Ο Χριστόφορος Μενεγάτος μπήκε στη ζωή μου μία από εκείνες τις ημέρες του Μαρτίου στο κτήριο της εκπαίδευσης και με τον πιο στραβό τρόπο λειτούργησε σαν καταλύτης στη θέλησή μου να ενταχθώ στο επαγγελματικό στερέωμα: οι τρεις μέρες που χρειάστηκα έως ότου ξεκινήσω να τον παρατηρώ ήταν ήδη αρκετές για να σιχαθώ τόσο την εν λόγω εργασία, όσο και τους ανθρώπους μέσα σε αυτή και να νιώσω ηθικά και συναισθηματικά καταπιεσμένη και χωρίς θέληση να αντιμετωπίσω τις μελλοντικές επαγγελματικές ευθύνες μου όποιες κι αν ήταν αυτές.

Ο Χριστόφορος από την άλλη είχε συνειδητοποιηθεί από νωρίς και είχε γρήγορα προδιαγράψει την επαγγελματική του σταδιοδρομία μέσα από την εξέλιξη της μεγάλης εταιρίας. Είχε καταστρώσει τα σχέδιά του στον προσωπικό του χάρτη πλοήγησης και ήταν ευτυχής που το πρώτο σκαλοπάτι στον άμβωνα της προσωπικής του δικαίωσης είχε κατακτηθεί πανηγυρικά: είχε προσληφθεί. Διάβαζε πανικόβλητος, επιδείκνυε απόλυτη προσήλωση στις παραδόσεις («παραδόσεις» κατ’ εμέ) των μαθημάτων και αντιμετώπιζε με απάθεια τις μικροπρέπειες της υπόλοιπης τάξης.

Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό του ήταν που με έκανε να συνασπίσω ενδόμυχα τον εαυτό μου μαζί του: κι εγώ ήμουν απαθέστατα αδιάφορη να γνωρίσω αυτό το τσίρκο ηλιθίων που μαζί με εμένα είχε προσληφθεί «να στελεχώσει το λαμπρό μέλλον της εταιρίας» όχι όμως επειδή ήθελα να αφοσιωθώ στη γνώση αλλά επειδή επιθυμούσα να διανοίξω μια τεραστίων διαστάσεων τρύπα στο πάτωμα του κτηρίου εκπαίδευσης και να τους τοποθετήσω μέσα χωρίς σχοινί αναρρίχησης για να καταλάβουν πως τη ζωή την καταλαβαίνεις μόνο μέσα από τα «μυστικά του βάλτου» και όχι από επιφανειακές συγκρίσεις τυπικών προσόντων...

Όπως θα έπρεπε να έχει καταστεί αναμενόμενο από τα προηγούμενα, ο Χριστόφορος αγνοούσε καλά-καλά και την ίδια την ύπαρξή μου: βουτηγμένος στις σημειώσεις και στις αναλύσεις των θεμάτων που ανέπτυσσαν κάθε φορά οι (ο Θεός να τους κάνει) γκουρού των εταιρικών γνώσεων, αδιαφορούσε πλήρως για την εκάστοτε μνησίκακη και μάλλον ψηλομύτα νέα συνάδελφο που ασχολείται περισσότερο με τις προσωπικές τις ανασφάλειες παρά με τα επαγγελματικά δρώμενα.

Η τελευταία, εν τω μεταξύ, υπό την επίδραση του καταλύτη, είχε αρχίσει να στρέφεται με αργά και σταθερά βήματα προς τον επαγγελματικό πρωταθλητισμό: να ξεπεράσει τους συναισθηματικούς και ηθικούς σκοπέλους που εμπόδιζαν τη θέλησή της να εξελιχθεί και να προσπεράσει τους «συναδέλφους – ανταγωνιστές» στην τελική ευθεία των αποτελεσμάτων του άτυπου διαγωνισμού «ποια είναι η πιο όμορφη του βασιλείου» (όπως θα τον τιτλοφορούσαν οι γυναίκες) ή «ποιος την έχει μεγαλύτερη» (όπως θα τον αποκαλούσαν ψυχρά οι άνδρες).

Μέσα από το σχετικό διάβασμα και την πίεση για επιτυχία, μην αφήνοντας στιγμή το παράδειγμα του Χριστόφορου από το μυαλό μου, καθόλου δεν εντυπωσιάστηκα από το βάθος των γνώσεων που απαιτούνται για να ενταχθείς και να λειτουργήσεις στο συγκεκριμένο επαγγελματικό στερέωμα. Οι διαπιστώσεις μου, δε, στάθηκαν στα εξής δύο σημεία: οφείλεις να δείχνεις πως γνωρίζεις (και μετά να τρέξεις πανικόβλητος να μάθεις όσα περισσότερα γίνεται γι’ αυτό που συνειδητοποίησες πως τελικά δε γνωρίζεις) και πως το καλύτερο μέσο επιβίωσης στον επαγγελματικό στίβο είναι το να είσαι επικοινωνιακός (κοινώς οι δημόσιες σχέσεις).

Στις δάφνες αυτών των κοσμοσωτήριων διαπιστώσεών μου στήριξα το σύνολο των επόμενων εργασιακών μου κινήσεων και έως τώρα έχω επιτύχει τα εξής «σημαντικά» πράγματα: έχω μετατραπεί σε πλάσμα εξαρτημένο από κάθε μορφής σεμινάριο, νέο βιβλίο, εσωτερική ανακοίνωση σχετικά με την εργασία μου – τα ρουφώ σαν λυσσασμένη – έχω μετατραπεί στη «σταθερή επικοινωνιακή αξία του γραφείου» (λόγιος όρος για να αντικαταστήσω την ακριβή προσφώνηση της διευθύντριάς μου – βλέπε «σκυλί»), μου ανατίθενται διαρκώς νέα ζητήματα προς επίλυση (ο συνολικός αριθμός τους ξεπερνά πλέον τις δυνατότητες επίλυσης εντός του εικοσιτετραώρου μίας ή και παραπάνω ημερών), εργάζομαι πέραν του δέοντος και σε βαθμό κακουργήματος (φυσικά χωρίς αντίστοιχες απολαβές) και ελπίζω ηλιθιωδώς πως τον επόμενο Μάρτιο θα συμβεί το εξαιρετικό: να ανανεώσω αυτή την ανυπέρβλητη εργασιακή μου εμπειρία έπ’ αόριστον.

Γυρνώντας πλευρό σε αυτό το μάλλον μη δόκιμο παραμύθι το οποίο σιγά-σιγά μεταστρέφεται σε έκθεση ιδεών – άλλωστε, όλα μια ιδέα είναι – συνειδητοποιώ το μέγεθος της δυστυχίας μου εκείνες τις ημέρες από το Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο οπότε και ολοκληρώθηκε η εκπαίδευση: το σεμινάριο τελείωσε, αποχαιρέτησα με ανακούφιση τα τρωκτικά με τα οποία παρακολουθήσαμε αυτό τον εκπαιδευτικό κύκλο, επέστρεψα απρόθυμα μα με νέους ορίζοντες στη θέση που μου ανετέθη και έχασα «για πάντα» το Χριστόφορο.

Μετά από ένα μήνα αυτολύπησης στη διάρκεια του οποίου έριχνα το βάρος της σκέψης και του ωραρίου μου στη δουλειά, κατέληξα πως θα με βοηθούσε εάν συζητούσα το θέμα με κάποιον τρίτο. Κατέληξα να συνομιλώ με αγνώστους σε ηλεκτρονικά σημεία συνάντησης «για το μεγάλο ζήτημα το οποίο αγνοεί την ύπαρξή μου». Στους φίλους μου δεν τολμούσα να το αναφέρω αρχικά, καθώς είχα παρεμπιπτόντως και μια αδιάφορη σχέση, την οποία στωικά ανεχόμουν κοντά δύο χρόνια: ένα τέλεια δομημένο χάσιμο χρόνου, επιφανειακά εξαιρετικό αλλά ουσιαστικά χωρίς λόγο ύπαρξης από την πρώτη κιόλας μέρα δημιουργίας του. Αργότερα που το ανέφερα στις φίλες μου – εξαιρετικά καλυμμένα και μάλλον ξέπνοα – εισέπραξα την άποψη πως δεν αξίζει καθόλου να ασχολούμαι με ανθρώπους οι οποίοι έχουν κατά κάποιο τρόπο θεοποιήσει την εργασία. Έτσι κι εγώ χρησιμοποίησα εκ νέου αυτή την κοσμοσωτήρια συμβουλή και έπεσα ακόμα περισσότερο με τα μούτρα στη δουλειά. Πιστεύω πως από αυτό το σημείο και μετά ο αναγνώστης έχει πλήρως αντιληφθεί τη φύση και τον ορισμό του «κοσμοσωτήριου» και πόσο με έχει βοηθήσει η χρήση αντίστοιχου βεληνεκούς συμβουλών. Τέλος πάντων...

Με κόπο και κούραση έγινα «άνθρωπος της δουλειάς». Με λίγο παραπάνω κόπο και λίγη παραπάνω κούραση έγινα η ίδια η δουλειά. Πόση μοναξιά, πόση απόγνωση, πόση ατέρμονη και χωρίς αποτέλεσμα αναζήτηση μιας ζεστής αγκαλιάς στην οποία να γυρνώ μετά την κόλαση του γραφείου. Σκεπτόμενη κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια, ένα πρωί αποφάσισα απέλπιδα να μοιραστώ τη νέα μου ζωή με το μόνο άνθρωπο που πίστευα πως θα με καταλάβαινε, παρ’ ότι είχε και στατιστικά αποδειχθεί (από εμένα και την ομάδα των «έμπειρων» αναλυτών μου) πως δεν ενδιαφερόταν και ιδιαίτερα: το Χριστόφορο.

Του τηλεφώνησα με πρόσχημα πως θέλω τη βοήθειά του για ένα ζήτημα της δουλειάς. Ανταποκρίθηκε μάλλον απρόθυμα και με έκανε σύντομα να καταλάβω πως εάν επιζητώ να βοηθηθώ με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει πρώτα να βοηθήσω. Έτσι και έκανα: οτιδήποτε μάθαινα μέσα στη δουλειά που πίστευα ότι οφείλει να το γνωρίζει και ο Χριστόφορος του το κοινοποιούσα. Σύντομα αυτή η σχέση «ανταλλαγής» κυοφόρησε χιλιάδες μικρές αφορμές επικοινωνίας: «λίγη βοήθεια στη δουλειά ανταλλάσσεται με λίγη ελπίδα ότι δε θα βρεθώ στο φρενοκομείο» σκεφτόμουν. Ακόμα κι έτσι, η ζωή έμοιαζε να καλυτερεύει. Η ανάγκη να βρεθώ στη δουλειά, να αποκτήσω νέα γνώση και να τη μεταδώσω στο Χριστόφορο έκανε κάθε μέρα που περνούσε ασύγκριτα πιο φωτεινή από την προηγούμενη. Κι η ζωή συνεχιζόταν με αυτό τον παράδοξο τρόπο για κάμποσους μήνες ακόμα...

Μοιραία και καθόλου άξαφνα, όπως μοιραία συμβαίνουν διάφορα πράγματα στη ζωή των απλών ανθρώπων, κάθε άνθρωπος που με περιέβαλλε άρχισε να συγκρίνεται ενδόμυχα με το Χριστόφορο σε κάθε επίπεδο: της επαγγελματικής συνειδητοποίησης, της υπευθυνότητας, της στοχοθέτησης, της ανάγκης για υπεροχή. Και όλοι περιέργως και μυστηριωδώς έχαναν στη σύγκριση. Παράλληλα, ο φύλακας – άγγελος του Χριστόφορου (δηλαδή εγώ) βυθιζόταν στην απόγνωση: μήπως είχα δημιουργήσει από μόνη μου το θύμα ενός τέλειου επαγγελματία ο οποίος απλά με χρησιμοποιούσε για να ανέλθει επαγγελματικά; Η σκέψη και μόνο μου προκαλούσε πανικό. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω ποια είμαι και τι κάνω εδώ, πρώτα με τον εαυτό μου και μετά με εκείνον – άλλωστε εγώ ήμουν ο δημιουργός αυτής της παράδοξης φάρσας κι εγώ τον είχα τοποθετήσει σε αυτή την άχαρη θέση.

Έτσι τον συνάντησα. Ομολογώ πως χρειάστηκε χρόνος και κόπος για να καταφέρω να τον δω εκτός εργασίας με τρόπο που να μη φανεί πως του ζητάω να βγούμε. Άλλωστε κι εκείνος μου κατέστησε σαφές με το μοναδικό τρόπο που μόνο εκείνος μπορούσε πως ήταν ένα απλό επαγγελματικό δείπνο. Ένα δείπνο κατά τη διάρκεια του οποίου χάζευε τα χείλη μου όταν μιλούσα, χάιδευε τα ακροδάχτυλά μου με τη ματιά του όταν εγώ υποθετικά ήμουν αφηρημένη και φρόντισε να με κρατά διαρκώς σε σταθερή (και όχι κυμαινόμενη) απόσταση ασφαλείας για παν ενδεχόμενο. Τότε ήταν που έκανα την κοσμοσωτήρια διαπίστωση: το παιχνίδι που παίζεται μπροστά στα μάτια μου δεν ήταν παιχνίδι εγωισμού ή ανάγκης για επαγγελματική καταξίωση – ήταν παιχνίδι άμυνας.

Ο Χριστόφορος με είχε προσέξει. Με πρόσεχε μάλιστα πολύ καιρό τώρα. Αρκετό για να του λείπει η φωνή μου όταν δεν του τηλεφωνώ στο γραφείο για κάμποσες ώρες (τόσες όσες συνήθως μου χρειάζονται για να δημιουργήσω την τέλεια δικαιολογία πριν τον καλέσω εγώ), αρκετό για να βρει κι εκείνος πάτημα να μου τηλεφωνεί εκτός γραφείου πια, να ανταλλάζουμε τις εμπειρίες μας από το ημερολόγιο ενός σκληρά εργαζόμενου σκύλου (εννοώ...χμ...υπαλλήλου), αρκετό για να προσπαθεί έμμεσα να μάθει πράγματα για μένα εκτός γραφείου: εάν για παράδειγμα είμαι με κάποιον ίσως; Σωστά...το είχαμε ξεχάσει αυτό!

Με μια απότομη κίνηση ματ (και όχι κίνηση πανικού) διαλύω την – έτσι κι αλλιώς χαμένη – (ο θεός να την κάνει) σχέση: δεν είχε νόημα να είμαι με κάποιον εάν δε μοιάζει έστω και λίγο με το Χριστόφορο. Το σημαντικότερο όλων όμως ήταν πως είχε πάψει να με ενδιαφέρει το να είμαι με αυτόν καθ’ εαυτόν το Χριστόφορο. Είχα βρει όμως ένα σημείο αναφοράς: είχα σταματήσει να επιλέγω στην τύχη. Πλέον ήξερα τι ψάχνω να βρω! Ένας άνθρωπος, όσο καλός ή κακός, εγωιστής ή αλτρουιστής, ντροπαλός ή υποκριτής κι αν ήταν, με είχε βοηθήσει να ισορροπήσω, να στοχοθετήσω και να μάθω να επιλέγω. Αυτό και μόνο ήταν μια προσωπική επιτυχία. Όλα τα υπόλοιπα έπρεπε να ακολουθήσουν και κοσμοσωτήριος στόχος είχε γίνει για ακόμα μια φορά η δουλειά.

Συνεπαρμένη από την νεωτεριστική άποψη πως αναζητώ κάποιον που να μοιάζει στο Χριστόφορο, οδηγήθηκα στην ολοκληρωτική εικόνα πως αποκλείεται αυτός ο κάποιος να είναι όντως ο Χριστόφορος. Ο τελευταίος, δε, πραγματοποιούσε τα τηλεφωνήματά του συχνότερα, αποζητούσε με τον τρόπο του να με συναντήσει ξανά κι εγώ αντιμετώπιζα το ζήτημα μάλλον αδιάφορα, με την απόλυτη πεποίθηση πως η μάχη έχει χαθεί...

Χθες το βράδυ, λοιπόν, συνέβη αυτό το ιδιαίτερα διασκεδαστικό συμβάν στο οποίο ήθελα να καταλήξω: κάπου ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο, αυτή τη ζεστή αν και χειμωνιάτικη νύχτα θυμήθηκα την παραπάνω ιστορία σχεδόν υπνωτισμένη από την επήρεια των φαρμάκων και αποζήτησα το Χριστόφορο τόσο έντονα που σχεδόν ένιωθα σα βάλσαμο την παλάμη του να μου χαϊδεύει το πρόσωπο εξατμίζοντας τον πυρετό μου. Ψιθύρισα το όνομά του κάμποσες φορές εναγκαλίζοντας το μαξιλάρι μου σα γάτα που παίζει με το αγαπημένο της κουβάρι, μουρμουρίζοντας λέξεις γεμάτες πάθος και έρωτα σε μια παθιασμένη φαντασίωση υπό τη σκιά ενός ονόματος.

Απ’ το αντικρινό δωμάτιο, η κόρη μου, ακούγοντάς με, πλησίασε την πόρτα μου και κρυφάκουγε λαίμαργα το μυστικό παραλήρημά μου. Αφού είχα συμβιβαστεί πλέον με την απουσία του Χριστόφορου και είχα σταματήσει να μιλώ, μπήκε στο δωμάτιο κοιτώντας με σαστισμένη. Φορούσε στο πρόσωπο τα τεράστια πράσινα μάτια του με ένα βλέμμα γεμάτο απορία.

Σχεδόν χαμογελούσε στην όψη μου: ήμουν κάτωχρη από τη γρίπη, σαν το Φάντασμα των Περασμένων Χριστουγέννων. Με ρώτησε με ένα μυστήριο μειδίαμα εάν είμαι καλά κι εγώ της απάντησα μάλλον σαστισμένα πως εάν εξαιρέσουμε τον πυρετό, την καταρροή, τον πόνο στις αρθρώσεις και τη φαρυγγίτιδα χαίρω άκρας υγείας και ευεξίας. Χασκογελώντας διαρκώς, με ρώτησε εάν θέλω να πάρουμε τηλέφωνο τον πατέρα της: το μυστικό μου είχε προδοθεί! Το μικρό τερατάκι μου είχε ακούσει το παραλήρημά μου.

Μέσα σε αυτή τη σουρεαλιστική στιγμή, μια από τις χιλιάδες που ζει μια καθημερινή οικογένεια, το κλειδί της εξώπορτας άνοιξε και στην πόρτα του δωματίου μου πλησίασε μια γνώριμη γλυκιά φωνή. Σαστισμένος από την εικόνα του κοριτσιού να γελάει ασταμάτητα, ο Χριστόφορος μας κοιτούσε και τις δύο απορημένος...

- Μήπως συνέβη κάτι που πρέπει να μάθω;

Κι όλα αυτά μοιάζουν σα να συνέβησαν εχθές...
Παρασκευή 16 Ιουνίου 2006 0 comments

Φλογισμένη φτηνή φαντασία

Τη συνάντησα απόψε ξανά. Τόσο παρόμοια κι όμως τόσο διαφορετική από όλες τις άλλες. Μύριζα βότκα και μύριζε ελπίδα. Η απόγνωση συναντούσε τον εφιάλτη της και η σωτηρία μετά από κάμποσες μέρες έμοιαζε ξανά εφικτή. Γι αυτό και δεν προσπάθησα να το αποφύγω. Κοντοστάθηκα για μια στιγμή, η αλήθεια είναι, όμως γρήγορα το ξεπέρασα σκεπτόμενος πως δεν έχει πιο κάτω από εδώ...
~~~
Σε ένα πολυσύχναστο οικοδομικό τετράγωνο στο κέντρο του Παρισιού, ο αστυνόμος Ζερμέν κοιτούσε νευρικά ανά τακτά χρονικά διαστήματα το ρολόι του τοίχου. Με το κεφάλι σκυμμένο πάνω σε τόνους φακέλων, φωτογραφικού υλικού και σημειώσεων, οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά για έναν αστυνομικό πεδίου-με το στόμφο του ανερχόμενου διοικητή της μονάδας-που ήταν υποχρεωμένος να διεκπεραιώσει το ανιαρό κομμάτι της δουλειάς γραφείου που συνοδεύει την ολοκλήρωση της εκάστοτε υπόθεσης.

Δύο χρόνια ερευνών έφταναν στο τέλος τους. Ο εφιάλτης των γαλλικών αρχών βρισκόταν στα χέρια του δημιουργού του και η υπόθεση του δράκου της οδού Ριβολί μετατρεπόταν από αιτία αναξιοπιστίας του συστήματος αστυνόμευσης σε σκονισμένο φάκελο στο Αρχείο της διοίκησης.

Ήταν μία από τις πιο περίπλοκες υποθέσεις που είχαν περάσει από τα χέρια του Ζερμέν. Το ψυχολογικό προφίλ που σχημάτιζαν οι ειδικοί αναλυτές του κέντρου δίωξης ανανεωνόταν με κάθε νέα επίθεση. Ο θύτης δε φαινόταν να δείχνει καμία προτίμηση όσον αφορά στην ηλικία ή την εμφάνιση του θύματος, ούτε ακολουθούσε παρόμοιες τακτικές ή μέσα. Ο χώρος στον οποίο ασκούσε τη διεστραμμένη δραστηριότητά του, μόνο, δεν άλλαζε: όλα τα θύματά του βρέθηκαν νεκρά, σε διαφορετικά σημεία το καθένα, στο πεζοδρόμιο κατά μήκος της οδού Ριβολί.

Δύο χρόνια εικοσιτετράωρης αστυνόμευσης του δρόμου σε συνδυασμό με δύο χρόνια άκαρπων ερευνών για το παραμικρό ίχνος του βιαστή και δολοφόνου ήταν αρκετά για να πείσουν τις αρχές πως ο δράστης μετέφερε ήδη νεκρά εκεί τα θύματά του, από κάποιο-μυστικό ακόμα και σήμερα-καταφύγιο στο οποίο τις οδηγούσε. Δύο χρόνια τώρα ο Ζερμέν ένιωθε την αμφισβήτηση των ανωτέρων του για την υπόθεση της οδού Ριβολί, μια και οι καρεκλοκέντραυροι της μονάδας φρόντιζαν με το πρόσχημα της αναξιοπιστίας να καθυστερούν την προαγωγή του. Αυτά τα δύο χρόνια έληγαν απόψε. Ο φάκελος επιτέλους έκλεινε.
~~~
Την πλησίασα και της πρόσφερα τσιγάρο. Το δέχτηκε και μου χαμογέλασε με οίκτο. Της είπα πως το τραύμα στην ψυχή ήταν μεγαλύτερο από το υποφαινόμενο κάνοντας ένα άστοχο σχόλιο για την εσωτερική ομορφιά μου που ταιριάζει απόλυτα με τη δική της εξωτερική τελειότητα. Μίσησα τον εαυτό μου προς στιγμήν για τις αηδίες που είμαι αναγκασμένος να αραδιάζω κατά καιρούς για λίγα λεπτά σωτηρίας, όμως εκείνη χαμογέλασε, τα μάτια της πέταξαν φλόγες και η βλακεία μου πήρε άφεση. Το παιχνίδι παιζόταν για μία ακόμη φορά μπροστά στα μάτια μου...
~~~
Ένας φάκελος που αφορά σε μια υπόθεση της αστυνομίας χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα στη δομή και μεγάλη προσοχή στην πιστότητα και πληρότητα των στοιχείων και δεδομένων που περιέχονται. Οποιαδήποτε παράληψη μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στη μονάδα και να πλήξει την αξιοπιστία του συντάκτη του φακέλου.

Ο Ζερμέν τοποθετούσε σε αποστειρωμένα διαφανή φακελάκια τα διάφορα αποδεικτικά στοιχεία, όπως μερικά από τα όπλα του εκάστοτε εγκλήματος-που πάντοτε αφήνονταν πάνω στο πτώμα καρφωμένα ή ακουμπισμένα-μικροσκοπικά τμήματα από τα κατεστραμμένα ρούχα που απομονώθηκαν από το μη αναγνωρίσιμο πτώμα του δράστη, φωτογραφίες από τους είκοσι τρεις διαφορετικούς τόπους στους οποίους βρέθηκαν τα πτώματα των θυμάτων, η φωτογραφία της Ελίζ από τα γενέθλιά της τον περασμένο Φεβρουάριο...

Σα θαμπωμένος και ταυτόχρονα πανικόβλητος, ο Ζερμέν έκρυψε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια του στη θέα του προσώπου της Ελίζ. Η φωτογραφία κύλησε από τη στοίβα χαρτιών κι έπεσε στο πάτωμα. Το πρόσωπό της σα να τον κοιτούσε ακόμα, χαμογελαστό και φωτισμένο όπως τη μέρα που της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η γλυκιά Ελίζ: το τελευταίο θύμα του παρανοϊκού της Ριβολί. Αυτός ο φάκελος που τόση ώρα κρατούσε στα χέρια του με μιας άρχισε να τον πονά λες και μόλις είχαν φυτρώσει αγκάθια.
~~~
Ήταν ειδική περίπτωση αυτή η μικρή γαζέλα. Έδωσα άφθονο χρόνο στον εαυτό μου να συλλάβει την εικόνα και να οργανώσει το πλάνο. Εν τω μεταξύ αναλώθηκα σε άλλες λιγότερο σημαντικές περιπτώσεις. Πέρασε από το μυαλό μου ακόμη και η ιδέα της ματαίωσης: σαν την έβλεπα να χαμογελάει, κοιτούσα τον ουρανό κι ένιωθα να χαμογελούν μαζί της όλα τα αστέρια. Μετά κοιταζόμουν στον καθρέφτη, ξυπνούσα από το όνειρο και αναδιοργάνωνα τα σχέδιά μου. Προσπάθησα να εφαρμόσω τη μέθοδο της ατόπου για να δω αν θα συνεχίσω να καταλήγω σε εκείνη. Κι εκείνη απλά χαμογελούσε, καμιά φορά με άγγιζε κιόλας...
~~~
Ήδη περασμένες έντεκα. Ο φρουρός στην πύλη του αστυνομικού μεγάρου είχε από ώρα αλλάξει, το ρολόι του τοίχου είχε ενοχλήσει την ησυχία του μεγάρου έντεκα ολόκληρες φορές κι ο Ζερμέν αναζήτησε νευρικά το μπουκάλι βότκα που έκρυβε στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου του.

Ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη γουλιά οινόπνευμα κατ’ ευθείαν από το μπουκάλι, ο αστυνόμος βρήκε το θάρρος να σηκώσει τη φωτογραφία της Ελίζ από το πάτωμα. Τώρα το γλυκό της χαμόγελο βρισκόταν απέναντί του. Την κοιτούσε σαν υπνωτισμένος και του αποκρινόταν με παγερή σταθερότητα, γεγονός που συνηθίζεται στις φωτογραφικές απεικονίσεις.

Άλλη μια φωτογραφία της Ελίζ είχε και στο σαλόνι του, από την ημέρα που της έκανε πρόταση γάμου. Μια ζεστή μέρα του Απρίλη στο εξοχικό του στο Μπορντώ. Κάπου ανάμεσα στις κερασιές και τα αμπέλια, τον καταγάλανο ουρανό και το γκρίζο των ματιών της, με χίλια δυο κομπιάσματα και υπεκφυγές, είχε βρει τη θέληση, το θάρρος, και τις λέξεις να της ζητήσει να τον συνοδεύει μια ζωή σα στήριγμα και σαν αγάπη του. Κι εκείνη του είχε χαμογελάσει πρόσχαρα-σχεδόν παιδικά-πριν του πει με αφοπλιστική απλότητα «Μα φυσικά!». Τότε ήταν που, για πρώτη φορά στην ιστορία του Μπορντώ, εθεάθησαν λευκά πρόβατα να μασουλάνε το αμπέλι και κουνελάκια να ροκανίζουν τις κερασιές...
~~~
Παραδέχομαι πως βαριέμαι εύκολα και πως μισώ την επανάληψη. Όμως μια ιεραρχία και ένα τελετουργικό πρέπει να ακολουθούνται, έτσι, επειδή μπορώ. Παραείναι ενοχλητικό να είσαι αναγκασμένος κάθε φορά να τετραγωνίζεις τον κύκλο και να ανακαλύπτεις τον τροχό. Έτσι αποχαιρετούσα όλες της μούσες μου στον ίδιο δρόμο. Τις έβαζα, αν θες, στον ίσιο δρόμο αφήνοντάς τες κατά μήκος της Ριβολί. Τυχαία επιλογή, θα μπορούσα κάλλιστα να τις αφήνω αλλού. Γι αυτό κανείς από το τμήμα δεν μπήκε στη λογική της σκέψης μου. Γιατί η σκέψη μου δεν έχει λογική, παρά μόνο τυχαιότητα στις επιλογές. Μόνο η γαζέλα μου δεν ήταν τυχαία. Κι όπως υποσχέθηκα, μετά από απόψε κι αν όλα πάνε καλά, θα αλλάξω ενδιαφέροντα...
~~~
Κλείνοντας τη φωτογραφία της Ελίζ στον κίτρινο φάκελο, ο Ζερμέν-αφήνοντας το μπουκάλι στη γωνία του γραφείου-τον σφράγισε με το ειδικό διακριτικό του τμήματος. Η υπόθεση Ριβολί μόλις είχε λήξει οριστικά και
επισήμως. Το ρολόι είχε αισίως δείξει την πρώτη πρωινή.

Με μια άτσαλη κίνηση του χεριού του, ο αστυνόμος έκλεισε το φωτιστικό του γραφείου του, άρπαξε εκ νέου το μπουκάλι, σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο. Φωτισμένα τα σοκάκια της πόλης του φωτός, φλογισμένη κι η φτηνή φαντασία του αστυνόμου που έβλεπε την αντανάκλαση του προσώπου του στο τζάμι.

Φρικτό κατάλοιπο της υπόθεσης των εμπρηστών του κέντρου του Παρισιού τον προ-περασμένο Ιούνιο, το πρόσωπό του ήταν σχεδόν πλήρως αλλοιωμένο από την αριστερή του μεριά από τα εγκαύματα δευτέρου βαθμού που είχε υποστεί. Ευτυχώς δεν ήταν κάτι που η επιστήμη και η πλαστική χειρουργική δε μπορούσαν να επουλώσουν. Σε λίγους μήνες αυτή η φρικτή όψη θα ήταν πλέον παρελθόν και η αυτοπεποίθησή του θα επουλωνόταν.

Το περιεχόμενο του μπουκαλιού παρέδωσε το οινόπνευμά του στην αδηφάγα βούληση του Ζερμέν, ο οποίος βιαστικά άρπαξε το δερμάτινο μπουφάν του, κλείδωσε το γραφείο και κατέβηκε στο δρόμο μπροστά από το αστυνομικό τμήμα. Χαιρέτησε το φρουρό και περπάτησε τη γνώριμη διαδρομή για το μπαρ που βρισκόταν ανάμεσα στο αστυνομικό τμήμα και το σπίτι του.
~~~
Δυστυχώς οι γαζέλες είναι πλάσματα της φύσης. Αυτό είναι το βασικό τους μειονέκτημα, πέραν του ότι, για να σε κρατήσουν δίπλα τους, οφείλεις να υιοθετήσεις συγκεκριμένα διακριτικά του είδους τους. Διακριτικά που συνήθως ακολουθούν τον κανόνα της δυάδας και μετατρέπουν εύκολα και όχι αναίμακτα τον εκάστοτε φλογισμένο Λατίνο εραστή σε ένα πληγωμένο κερασφόρο του Μπορντώ. Τότε κατάλαβα πως άδικα έχανα το χρόνο μου και πως η αναζήτησή μου είχε τελματώσει εξαιτίας της...
~~~
Το μπαρ ήταν υπερβολικά σκοτεινό. Ο Ζερμέν καλησπέρισε το μπάρμαν και παρήγγειλε το συνηθισμένο. Τα μάτια του κουρασμένα από τα γράμματα και τις εικόνες που σχετίζονταν με το φάκελο του βιαστή της Ριβολί έψαχναν απεγνωσμένα τριγύρω για λίγη ζεστασιά.

Μια κοπέλα που έμεινε γνωστή στα χρονικά των αστυνομικών ερευνών ως Ζακλίν καθόταν δύο σκαμπό παραπέρα. Την παρατήρησε για λίγη ώρα: το κοντό της φόρεμα έκρυβε ένα σώμα που ασφυκτιούσε αποζητώντας απελευθέρωση από το στενό ύφασμα. Την πλησίασε, της προσέφερε τσιγάρο κι ένα ανούσιο σχόλιο για την εμφάνισή της πυροδότησε το χαμόγελο στο πρόσωπο του Ζερμέν. Ένιωθε μόνος. Της πρότεινε να τον ακολουθήσει σπίτι. Βγήκαν από το μπαρ πριν να προλάβει ο Ζερμέν να πιει το ποτό του. Έστριψαν αριστερά στη Ριβολί...
~~~
Η μόνη πραγματική εξαίρεση που πραγματικά χρειάστηκε να κάνω στην περίπτωσή της ήταν να χρησιμοποιήσω πέρα από τη φαντασία και τη δημιουργικότητά μου και τον εραστή που τόσο καιρό τόσο εγωιστικά εκμεταλλευόταν κατ’ αποκλειστικότητα. Για μια φορά χρησίμευσε σε μια πιο σημαντική εργασία με σκοπό την προσωπική μου -πλέον- ικανοποίηση μέσα από τον αποπροσανατολισμό των αστυνομικών ερευνών. Ένα καμένο πτώμα, άλλωστε, στον τόπο του εγκλήματος, από μια φωτιά που φάνηκε να έχει προκληθεί από τυχαία -και μάλλον ατυχή- αιτία καθώς και η επίσημη εξέταση DNA ενός σώματος που είχε αφεθεί στην κάψα του έρωτα και της φωτιάς, ήταν αρκετά στοιχεία για να οδηγήσουν τα στελέχη της ομάδας ερευνών στην αποδοχή του λογικού και αναμενόμενου συνειρμού: το σκηνικό της οδού Ριβολί στήνεται πάντα όπως εγώ επιθυμώ...
Δρέσδη
Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2005 0 comments

Οι χειμώνες στο Κάρλοβυ Βάρυ

Τα μηχανήματα βούιζαν σαν τρελά, κάνοντας το κεφάλι της να πονάει. Εκατομμύρια ηλεκτρονικοί ψίθυροι ανά δευτερόλεπτο την περιέβαλαν, μέχρι που δεν άντεχε πια. Απηυδισμένη βγήκε έξω από το δωμάτιο και ήπιε μια γουλιά νερό από το μπουκάλι που κουβαλούσε πάντα μαζί της. Με τα δάχτυλά της χάιδεψε απαλά το μέτωπό της, προσπαθώντας να διώξει τον πόνο. Έτρεμε και μόνο στην ιδέα ότι σύντομα θα έπρεπε να επιστρέψει στο σωρό από τα μηχανήματα που στοιβάζονταν στο δωματιάκι. Κι όμως έπρεπε να το κάνει...

Η Ίρμα αναλογίστηκε πόσες φορές στη ζωή της αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να αναλωθεί σε πράγματα που της προκαλούσαν πόνο, φόβο ή απέχθεια. Θυμήθηκε πως όταν ήταν παιδί-ένα κοντόσωμο καχεκτικό και μονίμως χλωμό κορίτσι-αρρώσταινε συχνά με τα πρώτα κρύα του χειμώνα. Η μητέρα της της μαγείρευε πάντοτε μια συνταγή που-μάλλον αυθαίρετα-ονόμαζε σούπα κοτόπουλο: υφάλμυρο παρασκεύασμα με περισσό νερό, κομμάτια λάχανο και σχεδόν ανύπαρκτο κρέας. Από εκείνο το σημείο όλα τα παρελκόμενα συνέβαιναν αλυσιδωτά: η Ίρμα δεν ακουμπούσε τη «σούπα» και η τιμωρία της γι' αυτή την επαναστατική αντιμετώπιση-το βέτο απέναντι στις μαγειρικές ικανότητες της μαμάς-ήταν μια γενναία κουταλιά από ένα πηχτό ακαθόριστου χρώματος σιρόπι για το βήχα που ο ξάδερφός της-μεγαλύτερος αυτός-κοροϊδευτικά αποκαλούσε «επεξεργασμένη σαύρα».
 
Ο Γιόχαν, ο ξάδερφος, τις μέρες που η Ίρμα ήταν στο κρεβάτι με γρίπη, την επισκεπτόταν κάθε μεσημέρι: όχι για να της φέρει μπισκότα βουτύρου-όπως η θεία της Ίρμα και μητέρα του-αλλά για να είναι παρών τη στιγμή της κατάποσης, αποκτώντας, ως αυτόπτης μάρτυρας, το δικαίωμα κοινωνικού σχολιασμού πάνω στο μορφασμό αηδίας που διαδεχόταν την «τιμωρίας της σαύρας». Όμως η ζωή, που δε λησμονεί-όπως έλεγε και η θεία-τα έφερε έτσι ώστε ένα χειμώνα ο γιατρός διέγνωσε στο Γιόχαν φαρυγγίτιδα κι απ' όλα τα σιρόπια του κόσμου του συνέστησαν τη γνωστή θεραπεία του ερπετού και μάλιστα σε τριπλή δόση: πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Έτσι άδοξα είχε λήξει τότε για το Γιόχαν η περίοδος χλευασμού και συμπτωματικά εκείνος ο χειμώνας ήταν και ο τελευταίος που η Ίρμα είχε αρρωστήσει...

Τώρα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, μόνο η χλομάδα στο πρόσωπο έμενε να θυμίζει εκείνο το υποτονικό και λιγομίλητο ζουζούνι που αρρώσταινε στα μέσα Σεπτεμβρίου. Τριάντα χρόνια χαραγμένα στο πρόσωπό της, μία καμπύλη για κάθε Σεπτέμβριο. Όλα είχαν αλλάξει πια, είχε μεγαλώσει, είχε αφιερωθεί στο επάγγελμά της και μόνο μία αλήθεια παρέμενε: το μόνο απόλυτο στοιχείο της ζωής ήταν ο χρόνος...

Έτσι, απόλυτα και ανεπιστρεπτί, μόλις είχε τελειώσει και το διάλειμμα: έπρεπε να επιστρέψει στο δωμάτιο, να αποβάλλει τις κακές σκέψεις, να εργαστεί και να δημιουργήσει, να δημιουργηθεί κι εκείνη μέσα από τη δουλειά της και να καταπλήξει, να πουληθεί ακριβά και να αποδώσει ψίχουλα, να είναι όμως ένα έργο τέχνης που να μην περιέχει ίχνος φρίκης: να είναι συμμετρικά τέλειο και απόλυτα κομψό. Κι ακόμα κι αν θα είχε βγει από τα χέρια της, ποτέ δε θα της ανήκε: τι ειρωνεία...Ήπιε ακόμα μια γουλιά νερό: έχει πάντα απάνθρωπες θερμοκρασίες μέσα στα εργαστήρια.

Οι χειμώνες στο Κάρλοβυ Βάρυ διαδέχονταν τους χειμώνες. Τόσα χρόνια κλεισμένη, δουλεύοντας στο δωματιάκι τα σχέδιά της πάνω στη μηχανή, κι ο ήλιος σα να έμενε μόνιμα από απουσίες. Έτσι ήταν, όμως, και στο Μπρνό: σα να γεμίζει ο ουρανός με πάγο όταν βρίσκεσαι βόρεια απ' τις Άλπεις. Ένα διαφορετικό πάγο, ένα παχύ στρώμα φτιαγμένο από πολλά «τίποτα» που μετατράπηκαν σε ένα φρικτό «κάτι» τόσο ασήμαντο και συνάμα αρκετό για να μη σπάει με κανένα ανθρώπινο μέσο.

Αυτό τον πάγο η Ίρμα τον σμίλευε κάθε μέρα με τη μηχανή της στο θορυβώδες δωματιάκι: άπειρα σχέδια, ευθείες, καμπύλες, βαθουλώματα, γεωμετρικά σχέδια, συμμετρικά κι ασύμμετρα. Ημιδιάφανα μοντέλα, το καθένα με τη δική του προσωπικότητα, που όλα μαζί κομμάτι-κομμάτι συμπλήρωναν το κινέζικο πορτρέτο της δημιουργού: Αν ήταν φύλλο, τι φύλλο θα ήταν; Φύλλο ελιάς! Αν ήταν λουλούδι, τι λουλούδι θα ήταν; Γαρδένια, γαζία, τριαντάφυλλο! Αν ήταν κρύσταλλο, τι κρύσταλλο θα ήταν;

Όταν η Ίρμα έβαζε τον τροχό σε λειτουργία, όριζε τις παραμέτρους του ηλεκτρονικού μεγεθυντή της και ξεκινούσε την αποτύπωση του σχεδίου που είχε λεπτομερώς αναπτύξει στο μυαλό της, γνώριζε πως δεν ήταν η μόνη επάνω στη γη με αυτή την ασχολία. Δίπλα της ο Στέφεν, απ' το Ζλίν, δούλευε το δικό του κομμάτι ακούγοντας μουσική μέσα από ένα ζευγάρι ακουστικά. Απέναντί τους δύο ακόμα τροχοί, δύο ακόμα χειριστές, δύο ακόμα ανάγκες για έκφραση και δημιουργία, δύο ακόμα κακοπληρωμένοι υπάλληλοι, δύο ακόμα ειδικευμένοι τεχνίτες, δύο ακόμα καλλιτέχνες και πίσω από αυτούς-γιατί τα σημαντικά είναι συνήθως όσα δε φαίνονται με την πρώτη ματιά-δύο ακόμα οικογένειες που ζούσαν από αυτή τη σκληρή δουλειά που παράλληλα ήταν και τέχνη και που περίμεναν τη Χριστουγεννιάτικη κλήρωση των εργοδοτών μήπως κερδίσουν κανένα από τα πολύτιμα προϊόντα της επεξεργασίας.

Το απόγευμα άπλωνε καθημερινά την πάχνη του στα κρύα σοκάκια του Κάρλοβυ Βάρυ, η Ίρμα περπατούσε γοργά προς το σπίτι της, ένα υγρό ισόγειο κοντά στη δουλειά της-μην απομακρυνόμαστε πολύ κι από τον πάγο-σε μια υποβαθμισμένη μεριά της πόλης. Το άκουσμα του κλειδιού στην εξώπορτα έκανε ένα μικροκαμωμένο καχεκτικό αγγελούδι να τρέχει να την υποδεχθεί στην πόρτα. Η Ίρμα άνοιγε την αγκαλιά της και η μικρή ζεστή ανάσα χανόταν στο στέρνο της. Οι σκέψεις, ο πάγος, το πορτρέτο, τα σχέδια, όλα έχαναν τη σημασία τους όταν η Ίρμα έμπαινε στην κουζίνα του σπιτιού της για να μαγειρέψει τη ζεστή σούπα της ασθενικής Ζούλι: με πραγματικό κρέας, χωρίς λάχανο αυτή τη φορά.

Καμιά φορά η Ζούλι την κοιτούσε όταν μαγείρευε, παρατηρούσε με προσοχή τις κινήσεις της, αποτύπωνε στο μυαλό της τις αναρίθμητες αμυχές στις παλάμες και τα δάχτυλα της μητέρας της και συχνά τη ρωτούσε γιατί τα χέρια της έχουν τόσες πληγές. Η Ίρμα της έβαζε, τότε, να καθίσει στην καρέκλα της κουζίνας και, καθώς μαγείρευε, της αφηγούταν πώς πέρασε την ημέρα της στη δουλειά, τι σχέδια σμίλεψε και πόσα ακόμα σχέδια μένουν για να τελειώσει την κάθε παρτίδα. Το παραμύθι τελείωνε πάντα με μια μελαγχολική αναφορά στα περασμένα Χριστούγεννα, οπότε και η τύχη είχε χαμογελάσει για πρώτη φορά στην Ίρμα και την κόρη της, χαρίζοντάς τους στην κλήρωση των εργοδοτών ένα υπέροχα σκαλισμένο ποτήρι από κρύσταλλο Βοημίας που κοσμούσε το μισοσαπισμένο ντουλάπι της κουζίνας και έβλεπε το φως της ημέρας μοναχά της ώρα του δείπνου: όταν η Ίρμα το τοποθετούσε στη μέση του τραπεζιού για να φάει με την κόρη της τη ζεστή σούπα κοτόπουλο. Ένα ποτήρι που οι δυο τους είχαν ομόφωνα αποφασίσει να μην πουλήσουν παρ' όλη την ανέχειά τους, για να τους θυμίζει εκείνα τα Χριστούγεννα του παρελθόντος και να τους δίνει ελπίδες για τις επόμενες γιορτές...
 
Οι επόμενες γιορτές βρήκαν το σπιτάκι της φτωχής γειτονιάς άδειο. Μια απρόσεκτη κίνηση στη μηχανή που σμιλεύει τα κρύσταλλα ήταν αρκετή για να καθηλώσει την Ίρμα για μήνες στο κέντρο υγείας. Τα θραύσματα του κρυστάλλου Βοημίας δε λυπήθηκαν ούτε τον κερατοειδή ούτε τους τένοντες: η μάχη με τον πάγο της στέρησε βίαια το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής της, τη δημιουργία. Ακόμη κι αν δε μπορούσε να γκρεμίσει τον τοίχο της, να αποδράσει από τη μιζέρια και τη φτώχεια της, ακόμη κι αν δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατό να σπάσει τα μούτρα του πατέρα της Ζούλι που τους παράτησε όταν ακόμα η Ίρμα ήταν έγκυος, η σκέψη και μόνο πως σμίλευε το κρύσταλλο, πως έδινε σχήμα στη φυλακή της δημιουργώντας τις δικές της εικόνες, ήταν αρκετή για να της δώσει τη δύναμη που χρειαζόταν για να σηκωθεί το πρωί από το κρεβάτι.

Η Ζούλι, μόλις ένα χρόνο μεγαλύτερη, έμενε όλη την ημέρα δίπλα στη μητέρα της στο νοσοκομείο μα δεν της μιλούσε, μόνο της χάιδευε το χέρι δακρυσμένη. Ένιωθε ενοχές: πίστευε πως εκείνη έφταιγε για την κατάσταση της, πως της στέρησε την τύχη της σπάζοντας εκείνο το πολύτιμο σα φυλακτό κρυστάλλινο ποτήρι την παραμονή των Χριστουγέννων. Ένα από εκείνα τα κρύα βράδια της Τσεχίας δεν άντεξε, της ψιθύρισε αποκαρδιωμένη:

- Μαμά μου...θα με συγχωρέσεις ποτέ που έσπασα το ποτήρι μας που ήταν τόσο όμορφο;

Σα να βγήκε από το λήθαργο μιας βασανιστικής σιωπής, κουρασμένη από την ξεκούραση που της επέβαλαν οι καταστάσεις, μέσα από την αιώνια νύχτα, η Ίρμα, η τεχνίτρια, η γλύπτρια, η ζωγράφος, η καλλιτέχνης, η εργαζόμενη στο εργοστάσιο παραγωγής κρυστάλλου Βοημίας, η μητέρα της Ζούλι, η γυναίκα χωρίς σύντροφο και το καχεκτικό κοριτσάκι που μεγάλωσε με λαχανόσουπα στο Μπρνό, βρήκαν όλες μαζί τη δύναμη, μετά από ώρα, να της απαντήσουν χαμογελώντας:

- Μη μου στενοχωριέσαι αγάπη μου, αύριο θα σου χαράξω εγώ ένα άλλο, πιο ωραίο ακόμα!

Κι οι χειμώνες στο Κάρλοβυ Βάρυ διαδέχονταν πάντα τους χειμώνες...
Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2005 2 comments

Κεράσια με μέλι

«Το σημαντικό δεν είναι τι αγαπάς αλλά τι θυσιάζεις για την αγάπη σου».

[...]

Τα φύλλα της μικροσκοπικής κερασιάς έμοιαζαν να κάνουν αδιάφορες προσπάθειες να μετακινηθούν.

Ο καθηγητής Ρώμας πλησίασε το δένδρο και αφαίρεσε προσεκτικά με το αποστειρωμένο κοπίδι του έναν καρπό.

«Άδικος κόπος δεσποινίς Ηλιοπούλου...οι πάγοι εγκαταστάθηκαν για τα καλά πάνω στους καρπούς. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε πια είναι να τη μεταφυτεύσουμε στο δυτικό μέρος του θερμοκηπίου. Ίσως τότε, με τις κατάλληλες συνθήκες, να επιτύχουμε την υποχώρηση του πάγου πριν σαπίσουν οι καρποί.»
Καθισμένος άβολα πάνω στο στρογγυλό δερμάτινο σκαμπό του, με το δεξιό οφθαλμό στη διόπτρα του μικροσκοπίου, ο καθηγητής Ρώμας παρατηρούσε με εξαιρετική επιμέλεια τον παγωμένο καρπό.

Η δεσποινίς Ηλιοπούλου παρατηρούσε τον καθηγητή με αγωνία. Κάθε κίνηση, κάθε νεύμα του, κάθε ικανοποιημένο ή δυσαρεστημένο βλέμμα του, εμψύχωνε ή εξάτμιζε τις ελπίδες της.

«Ευτυχώς ο παγετός δεν έχει φθάσει ακόμα το δεύτερο επίπεδο. Ίσως να προλάβουμε να περισυλλέξουμε τους σπόρους.»

Με αδιάσπαστη προσοχή και ανάλαφρες κινήσεις των δακτύλων του δεξιού χεριού του, ο καθηγητής διαχειριζόταν με προσοχή και ακρίβεια τον οπτικό μεγεθυντή της διόπτρας. Ανά άτακτα χρονικά διαστήματα, κάποια ελαφριά σύσπαση των οφθαλμικών μυών του αριστερού ματιού του πρόδιδαν την προσθήκη νέων πληροφοριών στο στάδιο της μελέτης του: το βάθος του παγετού, η όψη του εξωτερικού φλοιού, η κατάσταση του σπόρου...
Διάλειμμα από τη διόπτρα, ταχείες σημειώσεις και ξανά στο μικροσκόπιο...

«Το μεγαλείο της φύσης δε συγκρίνεται με κανένα είδος μαγείας, δεσποινίς! Κάθε εκπρόσωπος του φυτικού βασιλείου έχει την ικανότητα της αιτίασης. Το γνωρίζετε;» είπε αδιάφορα ο καθηγητής.

Η κοπέλα κατένευσε διστακτικά παραμένοντας σιωπηλή. Ο καθηγητής δεν άφησε ούτε για μια στιγμή τον καρπό από τα μάτια του. Ακόμα κι όταν απευθυνόταν σε εκείνη, το βλέμμα του σταθερά προσηλωμένο στον καρπό.

«Θα πραγματοποιήσω τους απαραίτητους βιοχημικούς και γενετικούς ελέγχους στα εργαστήρια του οργανισμού, πάνω στα δείγματα των καρπών. Όταν θα έχουμε τα αποτελέσματα θα μπορώ να αποφανθώ με βεβαιότητα για τη σοβαρότητα της κατάστασης και να σας καθοδηγήσω στις επόμενες κινήσεις σας. Παρακαλώ, εάν έχετε την καλοσύνη, να περιμένετε για λίγο ώστε να συνεννοηθώ με τους εργαστηριακούς συνεργάτες μου για τα διαδικαστικά.»

Βιαστικά και χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα στην κοπέλα, ο καθηγητής Ρώμας σηκώθηκε από τη θέση του έμπροσθεν του μικροσκοπίου και περπάτησε μηχανικά προς την τηλεφωνική συσκευή στην άκρη του δωματίου. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, όμως η κοπέλα δε μπορούσε να ακούσει επακριβώς την τηλεφωνική συνεννόηση του καθηγητή. Λυπημένη κοιτούσε την παγωμένη κερασιά και αμήχανα δάγκωνε την άκρη του δεξιού της δείκτη, την ώρα που το αριστερό της χέρι, σε αμυντική θέση πάνω στην κοιλιά της, αποτελούσε τη βάση γι' αυτή την τόσο αμήχανη σωματική της στάση.

Προσπαθούσε να παρατηρήσει το μέγεθος της καταστροφής της κερασιάς της. Τι έφταιξε. Να εξάγει τη δική της γνωμάτευση. Να λύσει μόνη της το γρίφο των παγωμένων καρπών. Ίσως, τότε, να μη χρειαζόταν άλλο τη βοήθεια του καθηγητή. Παραήταν ακριβός για τον οικογενειακό προϋπολογισμό, άλλωστε. Όμως η κερασιά της ήταν ότι πολυτιμότερο είχε. Για να τη σώσει θα έκανε τα πάντα: θα μπορούσε να ανεχτεί ακόμα και τον ψυχρό καθηγητή που το κίβδηλο βλέμμα του έμοιαζε να έχει σοβαρότερο πρόβλημα από την κερασιά της.

Όσο ο καθηγητής μιλούσε στο τηλέφωνο η κοπέλα παρατηρούσε ενδελεχώς το χώρο: λευκοί τοίχοι σχεδόν εκτυφλωτικά φωτισμένοι, αποστειρωμένοι σωλήνες για πειράματα in vitro, ύψιστης ασφαλείας θύρες που οδηγούσαν σε δαιδαλώδη εργαστηριακά συγκροτήματα για τα πειράματα in vivo, εξοπλισμός υψηλής τεχνολογίας όπου τα μικροσκόπια, οι φασματογράφοι και οι μεγεθυντές ήταν καλωδιωμένοι με υπολογιστές που ανέλυαν σε πραγματικό χρόνο την πλειάδα των παρατηρήσεων. Δε θα της έκανε καμία εντύπωση αν από καμιά γωνία ακουγόταν το βέλασμα της Ντόλυ...Όμως η Ντόλυ τελικά ψόφησε από πνευμονία...
«Δεν είναι κομψό, μάνα μου, για ένα φιόρο τόσο ραφινάτο όσο εσύ να στραβώνει τα πόδια του!»

Η άγνωστη φωνή την τρόμαξε. Γύρισε νευρικά προς τα πίσω, κοίταξε έκπληκτη τον ευγενικό κύριο που σφουγγάριζε το πάτωμα του απέναντι εργαστηρίου. Χαμογέλασε άτεχνα. Δεν έβγαλε μιλιά.

«Σε τρόμαξα, κυρά μου; Να με συμπαθάς! Όμως ένα τέτοιο όμορφο πλάσμα όπως εσύ πρέπει να το προσέχουμε να μη στραβώσει. Όπως την κερασιά σου, ‘μαθές. Την άφηνες μονάχη της στα κρύα κι άρπαξε πούντα, τζάνε μου;

Αμήχανη η κοπέλα γύρισε και ξανακοίταξε φευγαλέα την κερασιά. Μηχανικά επανέφερε το βλέμμα της στον υπάλληλο. Ένα βραχύσωμο γεροντάκι όπως τόσα άλλα που κυκλοφορούν καθημερινά με τη συγκοινωνία, που φορούν τα ίδια φθαρμένα καφετιά δερμάτινα παπούτσια συνδυασμένα με μαύρες κάλτσες και ευγενικά χαμογελούν όταν τους στριμώχνεις στο μετρό με τη σακούλα του εκάστοτε πολυκαταστήματος. Ένα από κείνα τα ανθρωπάκια που για σαράντα χρόνια κάνουν την ίδια δουλειά, που είναι οι πιο μικροί κι όμως πιο πιστοί υπάλληλοι γιατί αγαπούν τη δουλειά τους όσο χαμηλόμισθη κι αν είναι. Σφουγγαρίζουν με ζήλο και προσήλωση το πάτωμα σα να του μιλάνε γλυκά και ρομαντικά και παράλληλα αναπτύσσουν εξαιρετική οικειότητα με τους ανθρώπους. Η φωνή τους σε ζεσταίνει διαλύοντας κάθε αγοραφοβική σου αντίδραση και η εγκαρδιότητα των λόγων τους είναι μόνιμα αποστομωτική.


Το βλέμμα του ήταν τόσο θερμό κι ευγενικό, τόσο φιλόξενα θετικό, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ορθολογιστική αντιμετώπιση του ψυχρού καθηγητή. Η δεσποινίς Ηλιοπούλου χαμογέλασε διστακτικά. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ‘θελα να αναλάβει την κερασιά μου. Είναι τόσο μικρή, τόσο απροστάτευτη απέναντι στο ψύχος του χειμώνα. Χρειάζεται ευγένεια και γλυκύτητα. Τα φυτά καταλαβαίνουν, το διάβασα στην «Κηπουρική για όλους»...

«Η κερασιά μου...ξέρετε...είναι άρρωστη και τη φέραμε εδώ για να την κοιτάξουν!» κατάφερε με δυσκολία να μουρμουρίσει...

«Είναι σε καλά χέρια, η κερασιά σου, Κυρά. Ο καθηγητής είναι σοφός επιστήμονας. Έχει γιάνει χιλιάδες κερασιές σε όλο τον κόσμο με τη σοφία του. Φτάνει να τον ακούς σε όσα θα σου λέει και να μη συννεφιάζεις με τη σοβαρότητά του!»

Η κοπέλα του χαμογέλασε δεκτικά χωρίς να μιλήσει. Εν τω μεταξύ, ο καθηγητής, έχοντας ολοκληρώσει το τηλεφώνημά του, την πλησίασε κρατώντας ένα χειρόγραφο σημείωμα με τη σφραγίδα του εργαστηρίου.

«Σας συνοδεύει κάποιος, δεσποινίς Ηλιοπούλου ή έχετε έρθει μόνη;»

«Είναι εδώ ο πατέρας μου, κύριε καθηγητά. Ξέρετε, ανησυχεί κι εκείνος αφάνταστα για την κερασιά μου. Πείτε μου, θα καταφέρουμε να την επαναφέρουμε στη ζωή; Να δώσει ξανά καρπούς...να γεμίσει χρώμα τον κήπο μου;»

«Θα κάνουμε ότι είναι δυνατόν δεσποινίς. Έχετε την καλοσύνη να φωνάξετε τον πατέρα σας και να περιμένετε έξω; Οικονομικά θέματα, καταλαβαίνετε, πιστεύω...»

«Φυσικά, καταλαβαίνω...Μισό λεπτό!» Αλίμονο! Προκαταβολικά τα πάντα! Εσείς δεν είστε οργανισμός, εφορία είστε!

Βιαστικά η κοπέλα βγήκε από το γραφείο του γιατρού και προχώρησε στο διάδρομο στο τέλος του οποίου βρισκόταν η αίθουσα αναμονής όπου περίμενε ο πατέρας της, καθισμένος νευρικά στις άβολες πλαστικές θέσεις. Μόλις την είδε, σαν αποσβολωμένος, σηκώθηκε αυτόματα και βημάτισε τροχάδην προς το μέρος της.

«Τι σου είπε Μελίτα μου ο καθηγητής;» Ο κύριος Ηλιόπουλος κοίταξε ανήσυχος μέσα στα κατάμαυρα μάτια της κόρης του γεμάτος απορία.

«Είπε ότι μπορεί και να γίνει καλά! Θα κάνει ότι μπορεί!» απάντησε η Μελίτα κοιτάζοντας τον πατέρα της.

«Ποιος;» ο κύριος Ηλιόπουλος έμοιαζε να μην καταλαβαίνει...

«Μα, η κερασιά μου μπαμπά! Γιατί ήρθαμε εδώ; Ξέχασες; Ο κύριος που καθαρίζει το απέναντι γραφείο είπε πως ο καθηγητής είναι πολύ σοφός κι έχει σώσει χιλιάδες σαν τη δική μου και πιο βαριά άρρωστες! Α! Ο κύριος καθηγητής είπε να πας που θέλει να σου μιλήσει. Για το οικονομικό, είπε...»

«Καλά, γλυκιά μου. Θα πάω εγώ, τώρα, μέσα να δω τι με θέλει ακριβώς. Εσύ να καθίσεις εκεί, στην αίθουσα, και να με περιμένεις. Να μη φύγεις από κει για κανένα λόγο, μέχρι να συνεννοηθώ εγώ με τον...καθηγητή για την...κερασιά σου! Σύμφωνοι;»

Η Μελίτα κατένευσε και κάθισε ήρεμη στην αίθουσα αναμονής την ώρα που ο πατέρας της επιτάχυνε το βήμα του προς το γραφείο του «καθηγητή». Χωρίς τις τυπικές ευγένειες, χωρίς να χτυπήσει την πόρτα ή να χαιρετήσει, ο κύριος Ηλιόπουλος πέρασε το κατώφλι του ιατρείου του κυρίου Ρώμα. Ένα σκοτεινό, αποπνικτικό ψηλοτάβανο δωμάτιο με ξύλινα έπιπλα οι τοίχοι του οποίου καλύπτονταν εξ' ολοκλήρου από ράφια γεμάτα με βιβλία.

«Λοιπόν, γιατρέ μου; Πώς την είδατε;»

«Συγκριτικά με την πρώτη φορά που μου τη φέρατε, προ μηνός, η κατάστασή της παρουσιάζει εμφανή σημάδια βελτίωσης όσον αφορά στην αυτοταυτοποίησή της. Έπαψε να πιστεύει πως είναι δένδρο. Έχει αναπτύξει, όμως, σχέσεις βαθιάς ιδιαιτερότητας και αλληλεξάρτησης με το φυτικό βασίλειο. Σαν κάτι να τη «στοιχειώνει» νοερά! Αυτή την εβδομάδα μου έφερε μια φωτογραφία μιας παγωμένης κερασιάς από την Ιαπωνία. Μου ζήτησε να μελετήσω τους καρπούς της και να τη βοηθήσω για να μη...σαπίσει και καταστραφεί! Επίσης, έχω αρχίσει να πιστεύω πως έχει παραισθήσεις. Ενώ μιλούσα στο τηλέφωνο με τη νοσοκόμα ώστε να καθορίσουμε τις λεπτομέρειες της νέας θεραπείας, την άκουγα να παραμιλά απευθυνόμενη σε κάποιο αόρατο πρόσωπο. Σε πρώτη φάση θα ενισχύσουμε την φαρμακευτική αγωγή, θα πρότεινα όμως να τη βλέπω συχνότερα. Αν οι παραισθήσεις συνεχιστούν, ίσως θα πρέπει να νοσηλευθεί στο ίδρυμα για λόγους ασφαλείας.»

«Γιατρέ...με τρομάζετε! Η κόρη μου...η Μελίτα μου...είναι ένα άκακο πλάσμα!»

«Δυστυχώς, κύριε Ηλιόπουλε, οι διαταραγμένες προσωπικότητες σπανίως είναι προβλέψιμες. Περισσότερο ανησυχώ για τη δική της ασφάλεια, παρά για την ασφάλεια των υπολοίπων. Είναι τόσο γλυκό κορίτσι...ραγίζει η καρδιά μου να την κρατάω σε ψυχολογική καταστολή με τόσο ισχυρά αντικαταθλιπτικά...»

Ο γιατρός προέτεινε το χέρι του δίνοντας τη συνταγή για τη νέα φαρμακευτική αγωγή στον κύριο Ηλιόπουλο. Ο τελευταίος, αποκαρδιωμένος και σχεδόν μουδιασμένα τράβηξε απαλά το χαρτί από το χέρι του γιατρού.

«Πότε να κλείσουμε ξανά ραντεβού γιατρέ;»

«Για το τέλος της εβδομάδας οπωσδήποτε. Πρέπει να παρακολουθήσω ενδελεχώς την εξέλιξή της. Μην ανησυχείτε. Θα κάνουμε ότι είναι δυνατό...Πρέπει όμως κι εσείς να μας βοηθήσετε: να μη τη στενοχωρείτε, να μην της φέρνετε αντιρρήσεις, να της μιλάτε δεκτικά και να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να αφαιρέσουμε κάθε ίχνος άγχους από το μυαλό της. Πρέπει να παραμένει ήρεμη. Και προς θεού, μην της πείτε κάτι αρνητικό ή πεσιμιστικό για την κερασιά της, έως ότου την ξεπεράσει τουλάχιστον...»

«Καταλαβαίνω...σας ευχαριστώ γιατρέ...σας είμαι υπόχρεος...»

Μηχανικά ο κύριος Ηλιόπουλος σηκώθηκε από την καρέκλα και προχώρησε προς την πόρτα. Στο ύψος της κάσας στάθηκε, γύρισε προς τον καθηγητή σχεδόν συντετριμμένος και ψέλλισε.

«Ξέρετε, γιατρέ, από τότε που χάσαμε τη μητέρα μου, μείναμε οι δυο μας...δεν έχω κανέναν άλλο πέρα από τη Μελίτα. Η μητέρα μου ήταν για τη Μελίτα και γιαγιά και γκουβερνάντα και μάνα και πατέρας, μερικές φορές...εγώ δούλευα πάντα τόσο πολύ...καταλαβαίνετε...δεν είχα ποτέ μια ώρα παραπάνω να αφιερώσω...πώς να ζήσουμε; Τι να θυσιάσω και τι να προτιμήσω;»


«Μην τα σκέφτεστε αυτά, κύριε Ηλιόπουλε. Η ψυχική υγεία της κόρης σας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη κι αυτήν πρέπει να ενισχύσουμε...όμως μην ανησυχείτε, το αντιμετωπίζουμε όσο καλύτερα μπορούμε...»

Για κάποιο λόγο ο καθησυχαστικός τόνος του γιατρού δεν επέφερε καμία θετική επίδραση στην ψυχολογία του κύριου Ηλιόπουλου. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας ένιωθε πως είχε χάσει μέρες από τη ζωή του. Πως γινόταν ολοένα και πιο γέρος, πιο κουρασμένος, πιο δυσκίνητος. Και το χειρότερο ήταν πως αν πατούσε το πόδι του στο διάδρομο του κτιρίου θα έπρεπε να σχηματίσει στο πρόσωπό του ένα τεράστιο και απόλυτα προσποιητό χαμόγελο αισιοδοξίας ώστε να μη δώσει αρνητική εντύπωση στην κόρη του...μια απόφαση ήταν. Το θέατρο ήταν μόλις ένα βήμα μακριά.

Έτσι, το πήρε απόφαση. Με το πρώτο βήμα έξω από το γραφείο του γιατρού, ο πρώην απογοητευμένος κύριος Ηλιόπουλος έδωσε τη θέση του στο χαρούμενο στοργικό πατέρα της Μελίτας, έτοιμο να διαλύσει όλους τους πάγους από την κερασιά της με τη θέρμη της αγκαλιάς του.

Η Μελίτα, καθισμένη στην αίθουσα αναμονής, είχε καρφώσει το βλέμμα της σε μια αφίσα που ήταν κολλημένη στον τοίχο απέναντί της. Η αφίσα απεικόνιζε δυο δελφίνια που κολυμπούσαν αμέριμνα δίπλα σε μια ψαρόβαρκα. Από κάτω, με σκούρα κεφαλαία γράμματα, έγραφε «Μήλος».

«Πάμε, γλυκιά μου. Όταν έχει νέα ο γιατρός θα μας τηλεφωνήσει, είπε!»

«Μερικές φορές, το ξέρω πως το μυαλό μου είναι μύλος. Αλλά δε μπορώ να το σταματήσω. Διαρκώς γυρνάει και γυρνάει και γυρνάει...» είπε η Μελίτα κρατώντας ανασηκωμένο το αριστερό της χέρι σχηματίζοντας κύκλους στον αέρα.

«Έλα, καλή μου. Πάμε σπίτι να ξεκουραστείς και μου τα λες στο δρόμο!»

«Το ξέρω, δε θα γιάνει η κερασιά!»

«Τι είναι αυτά που λες; Αφού ο καθηγητής είπε...»

«Ο καθηγητής είναι πιο κρύος κι απ' τον πάγο. Δε μπορεί να την κάνει καλά, γιατί, όταν αγγίζει τους καρπούς της, αυτοί παγώνουν ακόμα περισσότερο!»

Ο κύριος Ηλιόπουλος κάθισε δίπλα στη Μελίτα αμήχανος. Ένα μήνα την παρακολουθούσε ο κύριος Ρώμας και πρώτη φορά την άκουγε να μιλάει τόσο ασυνάρτητα. Την κοιτούσε σαστισμένος. Δε μπορούσε να παρακολουθήσει τις λέξεις που άκουγε. Η κόρη του ήταν αυτή; Το κοριτσάκι του;

«Δε μπορεί να αντιμετωπίσει το ψύχος γιατί δεν ξέρει την προέλευσή του! Και πώς να πολεμήσεις κάτι που δε ξέρεις από πού ήρθε;»

Ο κύριος Ηλιόπουλος ακούμπησε την πλάτη στο στην καρέκλα και άφησε τα χέρια του να ακουμπήσουν στους μηρούς του αποκαμωμένα.

«Το πρώτο βήμα της αποτελεσματικής θεραπείας είναι ο προσδιορισμός της αιτίας. Στη συνέχεια μελετώνται οι σχετικές αλληλεπιδράσεις για τη μετάβαση στο αιτιατό, ώστε τελικά παρατηρώντας το διάγραμμα ροής να προσομοιάσεις όσο καλύτερα γίνεται το μοντέλο του συστήματος. Αυτό δε μπορεί να το κάνει ο γιατρός: δε μπορεί να προσομοιάσει το μοντέλο γιατί του λείπουν βασικά δεδομένα εισαγωγής! Τα input data είναι ελλιπή!»

Στο άκουσμα των τελευταίων προτάσεων, ο κύριος Ηλιόπουλος γούρλωσε τα μάτια του και παρέμεινε σιωπηλός. Προ ολίγου μιλούσαμε για κερασιές και τώρα για διαγράμματα ροής. Του ήταν αδύνατο να προσδιορίσει ποιος μιλούσε: ένα ταραγμένο παιδί ή μία κατηρτισμένη αρχιτέκτων τοπίων;

Και τότε ήταν που θυμήθηκε το παραμύθι της μάνας του. Την ιστορία που μιλούσε για το φοβισμένο παιδί που κρύφτηκε μέσα στο σώμα ενός πληγωμένου Ιππότη του ναού του Σολόμωντα, ενός ήρωα της Ιερουσαλήμ, που βρισκόταν σε καταστολή, το θάνατο του οποίου περίμενε το τάγμα του ώστε να εκλέξει νέο αρχηγό. Το παιδί περιπλανήθηκε για μήνες, λέει, στα απόκρυφα μονοπάτια της σκέψης του έως ότου, στο βάθος της καρδιάς του Ιππότη, βρήκε μια κερασιά. Μια κερασιά ασθενική, αρρωστιάρα, αδύναμη, φυλλοβόλα. Μια κερασιά που αργοπέθαινε. Που όλα τα φύλλα και οι καρποί της ήταν καλυμμένοι με χιονονιφάδες και πάγο. Το παιδί φρόντισε την κερασιά, τη ζέστανε, την πότισε, έπλυνε τα φύλλα της, καθάρισε από τα αγριόχορτα τον κορμό της κι εκείνη σιγά-σιγά άρχισε να ανακάμπτει. Ο μύθος λέει πως ο Ιππότης που όλοι είχαν ξεγραμμένο, ένα πρωί του Απρίλη άνοιξε τα μάτια του κι άρχισε να αντιδρά στη θεραπεία της εφύδρωσης και της αφαίμαξης.

Ο κύριος Ηλιόπουλος γύρισε και κοίταξε τα μάτια της κόρης του που συνέχιζαν να είναι καρφωμένα στην αφίσα. Τώρα άρχιζε σιγά σιγά να καταλαβαίνει! Τα μάτια του άρχισαν να υγραίνουν...

Για χρόνια ολόκληρα, απ' όταν είχε χάσει τη γυναίκα του και η μητέρα του είχε μετακομίσει μαζί με εκείνον και τη Μελίτα, ο κύριος Ηλιόπουλος ήταν ο κλασικός εργασιομανής οικογενειακός επισκέπτης, ο οποίος με ευκολία είχε μετατρέψει το σπίτι του σε ξενοδοχείο: το χρησιμοποιούσε μόνο για να κοιμάται και να τρώει! Η Μελίτα μεγάλωσε χάρη στη γιαγιά της. Ανέπτυξε σε μικρό χρονικό διάστημα πολλαπλά ταλέντα. Της άρεσε η ζωγραφική, η μουσική, η ποίηση. Μα πιο πολύ της άρεσε να παρατηρεί τη γιαγιά της να σκαλίζει τον κήπο του σπιτιού τους...

Ο κύριος Ηλιόπουλος, ένας διαπρεπής διπλωμάτης, συχνά ταξίδευε. Έλειπε για μέρες, μήνες. Η κόρη του ήταν μια καρτ-ποσταλ. Μια παιδική φωτογραφία κλεισμένη σε ένα πορτοφόλι. Ένα τηλεφώνημα την εβδομάδα. Χαμένος ανάμεσα στη θλίψη του για το χαμό της γυναίκας του και την εργασιομανία του είχε απορρίψει από τη σκέψη του κάθε μορφή οικογένειας, αγάπης, συμπαράστασης. Είχε ξεχάσει πως είχε μια κόρη. Είχε μεταθέσει τις ευθύνες του. Και τώρα, χρόνια μετά, επέστρεψε στο σπίτι επειδή για πρώτη φορά η Μελίτα, η κόρη που ζούσε πάντα μακριά του, έδειξε να τον χρειάζεται.


Κι όμως η κόρη του ήταν τώρα εδώ μπροστά του. Τρεις μήνες είχαν περάσει από την ημέρα που έφυγε η γιαγιά. Η Μελίτα τη λάτρευε. Δεν παντρεύτηκε για να μπορεί να μένει μαζί της να τη φροντίζει. Και τώρα, τρεις μήνες μετά, κόντευε τα τριάντα και το ταραγμένο μυαλό της είχε χάσει τα υποστυλώματα και τις ισορροπίες του: είχε χάσει το λόγο για τον οποίο ζούσε. Είχε παρατήσει τη δουλειά της. Έμενε διαρκώς κλεισμένη στο σπίτι. Είχε μετατραπεί στη σκιά του εαυτού της...

«Η γιαγιά μου δε ζει πια. Η κερασιά μου δε βρίσκει πια κανένα για να τη ζεστάνει. Ο γιατρός δε μπορεί να την αγγίξει. Ο γιατρός...δεν ξέρει για τον Ιππότη...»
«Εγώ, όμως, ξέρω!» είπε με σιγουριά ο κύριος Ηλιόπουλος καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια να μην δακρύσει.

Η Μελίτα κεραυνοβολημένη, σα να βγήκε από το λήθαργό της, κοίταξε απορημένη τον πατέρα της.

«Ξέρεις;»


«Πάμε σπίτι μας και θα σου τα πω όλα στο δρόμο.»

«Θα μου πεις και για την κερασιά;»

«Κυρίως για την κερασιά θα σου πω. Θα σου πω γιατί πάγωσε! Θα σου πω και πώς θα τη σώσουμε! Παρέα θα τη σώσουμε, θα δεις!»

Άνοιξε διάπλατα τα χέρια του κι έκλεισε μέσα τους την κόρη του που του φαινόταν τώρα πια πιο μικρή απ' ότι όταν ήταν παιδί. Όμως...τι ειρωνεία! Δεν ήξερε πώς ήταν στα παιδικά της χρόνια! Ποτέ δεν την είχε παρατηρήσει με προσοχή! Σα να τον ευλόγησε η ζωή να δει την κόρη του να γίνεται ξανά παιδί τριάντα χρόνια μετά τη γέννησή της, μόνο και μόνο για να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο. Κατά μία έννοια ένιωθε υπεύθυνος για την «κερασιά της»...

Ο κύριος Ηλιόπουλος, ο διαπρεπής διπλωμάτης κι η Μελίτα με την παγωμένη κερασιά ακούμπησαν ο ένας στον άλλο. Για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια πιάστηκαν αγκαζέ και άρχισαν να περπατούν προς την έξοδο του ψυχιατρείου. Μιλούσαν ο ένας στον άλλο γρήγορα, η μία ερώτηση διαδεχόταν την άλλη. Είχαν τριάντα χρόνια να μιλήσουν κι είχαν τόσα να μάθουν ο ένας για τον άλλο. Η Μελίτα ήταν τόσο απορροφημένη από την κουβέντα τους, που δεν πρόσεξε τη συνταγή του γιατρού που ο πατέρας της έντεχνα άφησε στην αίθουσα αναμονής.


Ο κύριος Ηλιόπουλος δεν ήταν επιστήμονας. Δεν ήταν ψυχίατρος ή βιοτεχνολόγος ή χειρουργός. Δεν είχε διαβάσει Φρόιντ και αγνοούσε πλήρως τους νόμους του Μέντελ. Γνώριζε, όμως, πως δεν υπάρχει ισχυρότερο και πιο αποτελεσματικό αντικαταθλιπτικό από την αγάπη. Και για πρώτη φορά είχε βρει τη σωστή δοσολογία και τον τρόπο να τη «χορηγήσει» στη Μελίτα του.

[...]

Όσο για μένα, σιόρε μου, δε γνωρίζω να σας πω τι απέγινε η Μελίτα κι αν θεράπευσε εν τέλει την κερασιά της. Ξέρω, μονάχα τούτο: δεν τους ξαναείδα να διασχίζουν την πόρτα του κυρίου Ρώμα την είσοδο της οποίας κάθε μέρα με περισσή ευλάβεια καθαρίζω...

Βενετία
Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2005 3 comments

Πλαστική Ιουλιέττα

Αγαπητέ παραλήπτη,

Χθες το βράδυ έσβησα τη φλόγα του κεριού σου. Δεν ήταν τελικά τόσο δύσκολο. Ένα ελαφρό φύσημα προς το φως και αυτό ήταν: το δωμάτιό μου βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Χθες το βράδυ αγκάλιασα τη σκιά μου και την ένιωσα κρύα να λιγοθυμεί κάτω από τόνους όνειρα κι ελπίδες: κρυμμένες ενοχές που η αηδία μετέτρεψε σε επιθυμία.

Χθες το βράδυ ακόνισα τα μαχαίρια μου και δοκίμασα τις λεπίδες τους: ακόμα κοφτερές, ανυπέρβλητα θανατηφόρες, ασύγκριτα δυναμικές κι όμως αδύναμες όταν συσπειρώνονται μέσα στην καχεκτική παλάμη μου.

Χθες το βράδυ η γη είχε διαφορετική αύρα κι ο ουρανός έχασε το χρώμα του όταν ένα μικρό συννεφάκι, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να κρύψει το φεγγάρι και να βυθίσει στην ανασφάλεια την αρρωστιάρα πόλη μου.

Χθες το βράδυ δεν ήταν η τελευταία νύχτα της ζωής μου. Όμως χθες το βράδυ έμαθα πως σύντομα και το δικό μου κερί θα σβήσει πρόωρα, χτυπημένο από μια κακότυχη σκέψη που βασάνισε κι ακόμα βασανίζει τη γενετική μου προϊστορία.

Χθες το βράδυ το δάκρυ μου είχε ήχο. Ο ήχος αυτός ακούστηκε μέχρι το ανώτερο διάζωμα του θλιβερού τοίχου της κονιορτοποιημένης ευτυχίας μου. Δε φοβάμαι το θάνατο. Φοβάμαι μόνο όσα δε θα προλάβω να διορθώσω.

Χθες το βράδυ έπαψε να έχει σημασία το σώμα μου. Το πνεύμα μου είναι αυτό που έχει υποφέρει και εκείνο πρέπει να φύγει γαληνεμένο, για να μη στοιχειώσει το βελτιστοποιημένο παρόν σας με φρικτές αυταπάτες και ηχηρές αλυσίδες που τρίζουν πάνω στα ξύλινα πατώματά σας.

Χθες το βράδυ άρχισα να πιστεύω πως οι ψυχές ζουν ανάμεσά μας. Μας μελετούν, μας περικυκλώνουν, μας αγαπούν και μας μισούν, μας ζηλεύουν και μας καθοδηγούν. Όμως υπάρχουν.

Χθες το βράδυ μια από αυτές τις ψυχές εμφανίστηκε και μου μίλησε. Με φώναξε με το όνομά μου. Αναγνώρισα το πρόσωπό της. Φίλησα τα χέρια της και λίγο πριν φύγει τα μάτια της. «Δε θα χωριστούμε ξανά...», είπε. Και ήξερα πως αυτή τη φορά έλεγε αλήθεια.

Χθες το βράδυ χαμογέλασα και ένιωσα ευτυχία γιατί θα την έβλεπα ξανά. Θα καθόμουν ξανά στην αγκαλιά της, να την ακούω να μου εξιστορεί ιστορίες άλλων εποχών, όπου οι σαράντα δράκοι κατά βάση έχουν ανθρώπινη μορφή και τερατόμορφη ψυχή. Να μου μαθαίνει, άθελά της, πως η ομορφιά, αν υπάρχει, έχει αξία μόνο όταν έρχεται από τα βάθη της καρδιάς κι όχι όταν αντικατοπτρίζεται σε επεξεργασμένη άμμο.

Χτες το βράδυ θα ήταν ψέμα να πω πως ήταν μια νύχτα όπως όλες οι άλλες. Ήταν μια νύχτα που το πέπλο της αλήθειας ξεδιπλώθηκε βίαια κι εγώ για να κρύψω τη γύμνια μου το σκέπασα περίτεχνα με αγωνίες και πρόσκαιρες φορτίσεις που σε λίγο θα είναι πιο άσκοπες κι από τη συγγραφή αυτών των λέξεων.

Χθες το βράδυ συνειδητοποίησα την αξία της γραφής μου. Είναι τόσο δυνατή και άφθαρτη που όταν εγώ θα έχω φύγει, εκείνη θα συνεχίσει να ζει και να αναπνέει περήφανα αγέρωχη, αγέρωχα περήφανη.
 
Χθες το βράδυ, μια υπέροχη νύχτα, μια νύχτα αποκάλυψης, μια νύχτα λιγότερο μοναχική από τις άλλες, γιατί τη συντρόφευαν οι σκέψεις μου και τη ζέσταινε το παρελθόν μου. Πρώτη μου φορά που σκόρπιες εικόνες από πληγωμένους εγωισμούς και πανοραμικές ορέξεις σχημάτισαν στο άμαθο πρόσωπό μου το πλατύ χαμόγελο της ικανοποίησης.

Χθες το βράδυ θα ήταν ψέμα να πω πως μεγάλωσα απότομα. Έπαψα, όμως, να μικραίνω. Τώρα όλα γυρνούν αντίστροφα, ο χρόνος μετράει για μένα από το τέλος προς την αρχή κι όταν μηδενίσει θα έχω μετατρέψει την ψυχή μου σε αντι-ύλη και θα βομβαρδίσω τα στερεότυπα που τολμήσατε να σχεδιάσετε γύρω από την καρδιά μου.

Χθες το βράδυ ξαναθυμήθηκα πως σε άφησα επειδή με ανάγκασαν άγνωστές σου καταστάσεις. Και το χειρότερο είναι πως οι «καταστάσεις» πιστεύουν πως νοιάζονται για σένα. Νοιάζονται τόσο πολύ ώστε με τρόμαξαν. Με έστειλαν μακριά σου, ξέροντας πως με αγαπάς και ξέροντας πως σε αγαπώ. Σ' εσένα μιλάω, που διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Σ' εσένα που νομίζεις πως κέρδισες και πως έκανες τις σωστές επιλογές και έχεις ησυχάσει τη συνείδησή σου. Σ' εσένα που νομίζεις πως σώθηκες. Μην πιστέψεις ούτε για μια στιγμή πως δε μιλώ για σένα. Θα ήταν βολικό να υπέθετες πως μιλάω σε κάποιον άλλο. Θα ήταν, μάλιστα, τόσο βολικό που θα κατέληγε λάθος! Να ένα λάθος που δε θα προλάβω να διορθώσω...

Χθες το βράδυ ξέχασα όλες τις φορές που έκλαψα και στενοχωρήθηκα, έβρισα και φώναξα, θύμωσα και αγανάκτησα. Γιατί τίποτε από όλα αυτά δε θα μπορέσω να πάρω μαζί μου. Όλα θα μείνουν πίσω όσο εγώ θα προχωρώ μπροστά.

Χθες το βράδυ δεν ονειρεύτηκα όμορφα τοπία και κυματισμένες θάλασσες. Ονειρεύτηκα τα σύννεφα και δέχτηκα γύρω μου τη ζεστασιά τους. Γιατί σε αυτή την εικόνα θα ήθελα να ζω από δω και πέρα και όχι στην εικόνα που μου έχουν σχεδιασμένη.

Χθες το βράδυ δεν κυλούσε στις φλέβες μου κρασί. Σωματικά ήμουν απόλυτα συμβατική. Ψυχικά ήμουν εξαιρετικά γαληνεμένη. Η καρδιά χτυπούσε σταθερή και οι πνεύμονες ξεχείλιζαν από μη ευγενή κι όμως τόσο απαραίτητα μόρια αερίων.

Χθες το βράδυ είναι εικοσιτέσσερις ώρες μακριά. Και σε λίγο ο χρόνος δε θα έχει σημασία. Αν είσαι εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, να βρεις το θάρρος να έρθεις να με χαιρετήσεις όταν δε θα μπορεί πια κανείς να σου το απαγορεύσει. Όταν θα είμαι σκορπισμένη πάχνη πάνω στις ρίζες της θύμησης τους. Αν, πάλι, το γράμμα μου έπεσε σε διαφορετικά χέρια, ελπίζω μόνο τούτο: όποιος κι αν είσαι, να πρόλαβα να σε κάνω να με αγαπήσεις πριν με μισήσεις.

Μόνιμα από εκεί μου με βρήκες: λίγο μετά το χθες και ελάχιστα πριν το αύριο,

Ιουλιέττα